ΑΝΤικαπιταλιστική ΑΡιστερή ΣΥνεργασία για την Ανατροπή

Καταγγελία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την κρατηση μελών του κινήματος κατα των πλειστηριασμών στην ΤτΕ

Καταγγελία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την κρατηση μελών του κινήματος κατα των πλειστηριασμών στην ΤτΕ   Σε κράτηση έχουν τεθεί αυτή την στιγμή στο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδας μέλη των συλλογικοτήτων, συνδικαλιστές και εργαζόμενοι, που δραστηριοποιούνται στο κίνημα ενάντια στους πλειστηριασμούς, με την αιτιολογία ότι η παρέμβαση είναι παράνομη,ενώ έχει κληθεί η αστυνομία! Η παρέμβαση στην ΤτΕ έγινε στο πλαίσιο κινητοποίησης σε τραπεζικά καταστήματα, όπου μοιράστηκε υλικό και  ενημερώθηκε ο κόσμος για την κανιβαλική επιλογή των τραπεζιτών για τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, ακόμα και της πρώτης κατοικίας, στο όνομα της υπεράσπισης των κερδών τους.   Καταγγέλλουμε την κράτηση των μελών των συλλογικοτήτων στην ΤτΕ. Καταγγγέλλουμε την διοίκηση της Τράπεζας για την προκλητική αυτή στάση.
Όχι στην αυταρχική κλιμάκωση, που ξεκίνησε με το "ιδιώνυμο" που ψήφισε η κυβέρνηση για τους αγωνιστές κατά των πλειστηριασμών.
Καλούμε την διοίκηση της ΤτΕ και την κυβέρνηση να μην κατρακυλήσουν ακόμα περισσότερο στον αυταρχικό κατήφορο και να αφεθούν ελεύθεροι άμεσα οι αγωνιστές του κινήματος κατά των πλειστηριασμών.

Όλοι σήμερα στην κινητοποίηση στην πλατεία Κοραή στις 6 μμ

Categories: ΑνακοινώσειςΑνακοινωσεις-Δελτια Τυπου: Ανακοινωσεις-Δελτια ΤυπουΗμερομηνία: 21/02/2018 - 20:00

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ Καλλιθέας στο πλευρό των δύο εργαζόμενων αγωνιστών του Radical I.T.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ Καλλιθέας στο πλευρό των δύο εργαζόμενων αγωνιστών του Radical I.T.

Ο ιδιοκτήτης της VresNET, Ηρακλής Μπάμζας... «ξαναχτύπησε». Αυτή τη φορά δεν στρέφεται μόνο εναντίον των εργαζομένων της εταιρείας του, αλλά εναντίον αυτών που τους/τις συμπαραστέκονται. Με πνεύμα εκδικητικότητας και με προκλητικό θράσος, κατέθεσε μήνυση εναντίον δύο εργαζομένων, μελών του Radical I.T., ο ένας από τους οποίους είναι και εκλεγμένος στο ΔΣ της ΣΕΤΗΠ. Ο λόγος αυτής της προκλητικής ενέργειας είναι το γεγονός ότι το Radical I.T. και το ΣΕΤΗΠ, όπως και άλλοι/ες αλληλέγγυοι/ες βρέθηκαν στο πλευρό της εργαζόμενης στην VresNET, της ΑΜ, όταν ο εργοδότης προσπάθησε να την αναγκάσει να εγκαταλείψει την επιχείρηση, όταν η έμεινε έγκυος (για να γλιτώσει προφανώς την αποζημίωση απόλυσης και το κόστος της άδειας εγκυμοσύνης).

Η παρέμβαση του σωματείου και αλληλέγγυων είχαν σαν αποτέλεσμα μια πρώτη δικαίωση της εργαζόμενης, κάτι το οποίο ο ιδιοκτήτης της εταιρείας δεν μπόρεσε να το χωνέψει. Στράφηκε αρχικά εναντίον των υπόλοιπων εργαζόμενων της εταιρείας, απειλώντας τους για να σταματήσουν να επικοινωνούν με την ΑΜ!!! Και τελικά αποφάσισε να στραφεί με μηνύσεις εναντίον των συνδικαλιστών και των αλληλέγγυων εργαζόμενων που έκαναν αυτό που θα πρέπει να κάνει ο κάθε εργαζόμενος: υποστήριξαν μια συναδέλφισσά τους απέναντι στην εργοδοτική αυθαιρεσία.

Απαιτούμε να αποσυρθούν άμεσα οι μηνύσεις εναντίον των δύο αγωνιστών εργαζόμενων του Radical I.T.

Θα είμαστε στο πλευρό των εργαζόμενων της VresNET και στο πλευρό των δύο αγωνιστές του Radical I.T.

Δεν θα επιτρέψουμε στους εργοδότες να χρησιμοποιήσουν το όπλο των μηνύσεων για να χτυπήσουν τον συνδικαλισμό και το εργατικό κίνημα.

 

ΤΕ ΑΝΤΑΡΣΥΑ Καλλιθέας

Tags: ΤΟΠΙΚΕΣΚΑΛΛΙΘΕΑΣCategories: ΑνακοινώσειςΕργασιαΑνακοινωσεις-Δελτια Τυπου: Ανακοινωσεις-Δελτια ΤυπουΗμερομηνία: 21/02/2018 - 02:00

Εκδήλωση ΤΕ ΑΝΤΑΡΣΥΑ Βορείων, Άνοιξη Σάββατο 3/3

   *Πολιτική Εκδήλωση*
Το Σάββατο 3-3-18 στις 19:00' η τοπική οργάνωση της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α Βορείων
Προαστίων διοργανώνει  εκδήλωση με θέμα:
"Novartis, εξαίρεση ή κανόνας; 

Υγεία και φάρμακο: Αγαθά κι όχι εμπορεύματα "
H εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο Πνευματικό κέντρο Άνοιξης (εντός του
κοινοτικού καταστήματος )στην Άνοιξη Αττικής.
Ομιλητής:

Παν.Παπανικολάου Γεν Γραμματέας ΟΕΝΓΕ .

Tags: ΤΟΠΙΚΕΣΒΟΡΕΙΩΝCategories: ΕκδηλώσειςΔρασεις-Εκδηλωσεις: Δρασεις-ΕκδηλωσειςΗμερομηνία: 03/03/2018 - 21:30

Κάλεσμα στις συγκεντρώσεις ενάντια στους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, Τετάρτη 21/2

Στέγαση, τροφή, υγεία,δουλειά, παιδεία είναι αναφαίρετα δικαιώματα για όλο το λαό. Είναι τα ελάχιστα που χρειάζεται να διασφαλίζονται, ώστε να πληρούνται αξιοπρεπείς όροι διαβίωσης, όροι που δεν διαπραγματεύονται. Όμως, η επίθεση του κεφάλαιου στο λαό συνεχίζεται κατεδαφίζοντας δικαιώματα και κατακτήσεις .

Αυτή τη φορά στο στόχαστρο μπήκε η λαϊκή κατοικία, το μαγαζάκι του επαγγελματία, το χωράφι του αγρότη. Με κύριο μέλημα τη σωτηρία των τραπεζών η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ καθιερώνει από τις 21 Φλεβάρη τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς ως αποκλειστική διαδικασία διενέργειας των πλειστηριασμών μεταξύ τραπεζών και ιδιωτών. Μακρόπνοο σχέδιο καθώς προβλέπουν 130.000 πλειστηριασμούς μέχρι το 2021. Ενώ, μετά την 1η Μάη ξεκινάνε τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς περιουσιακών στοιχείων για χρέη άνω των 500 € προς την εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία, τους δήμους.

Μεθοδικά τα σπίτια των λαϊκών νοικοκυριών μπαίνουν σε κίνδυνο. Η στέγαση κοστίζει όλο και πιο ακριβά. Ο λαός φορτώθηκε πάνω από 200 δις ευρώ που δόθηκαν στις τράπεζες μέσω των ανακεφαλαιώσεων τους και αποπληρώνει μέσω της φορομπηξίας, που εκτοξεύτηκε με τον ΕΝΦΙΑ. Και τώρα  απειλείται να χάσει και την κατοικία του καθώς βρίσκεται σε αδυναμία να πληρώσει τα τοκογλυφικά δάνεια των τραπεζών και την εφορία, αφού είδε το μισθό του να μειώνεται δραματικά, να διώχνεται από τη δουλειά του, να μένει απλήρωτος, να ακριβαίνουν τα δημόσια αγαθά και υπηρεσίες, να κλείνει το μαγαζάκι του, να μετατρέπεται η σύνταξη του σε προνοιακό επίδομα.

Διαχρονικά οι Κυβερνήσεις της τελευταίας οκταετίας, ως υπάλληλοι των μεγάλων μονοπωλιακών συγκροτημάτων, των τραπεζών και των παγκόσμιων τοκογλύφων τσάκισαν τους μισθούς των εργαζομένων, διέλυσαν τις εργασιακές σχέσεις, έστειλαν στην ανεργία εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους, οδήγησαν στην πτώχευση εκατοντάδες χιλιάδες επαγγελματίες, ξεπούλησαν την δημόσια περιουσία και συνεχίζουν με αμείωτη ένταση να ολοκληρώνουν το έργο τους, άσκησαν φορομπηχτική πολιτική αναγκάζοντας τη φτωχολογιά να πληρώνει ουσιαστικά νοίκι για το σπίτι που με αίμα κατάφερε να αποκτήσει. Η στέγη του λαϊκού νοικοκυριού έφτασε να θεωρείται προνόμιο.

Τώρα ολοκληρώνουν  το σχεδιασμό για να μεταφερθεί  ο εναπομείνας λαϊκός πλούτος από το λαό στο κράτος και τις τράπεζες κι από εκεί να καταλήξει στις εταιρείες ντόπιων και ξένων αρπακτικών, για να αναστυλωθεί ο καπιταλισμός και το εκμεταλλευτικό σύστημα.

Κανένα λαϊκό σπίτι στα χέρια του κράτους και των τραπεζών

Πραγματική προστασία της λαϊκής κατοικίας και περιουσίας με μέτρα όπως το ακατάσχετο της πρώτης κατοικίας και η διαγραφή χρεών των λαϊκών οικογενειών προς τράπεζες, κράτος, δήμους και ταμεία

Κατάργηση όλου του νομοθετικού πλαισίου για τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς

Κατάργηση των ηλεκτρονικών κατασχέσεων από λογαριασμούς εργαζόμενων, αυτοαπασχολούμενων, συνταξιούχων

Όχι στο νέο Ιδιώνυμο, τις διώξεις των αγωνιστών και την καταστολή του κινήματος κατά των πλειστηριασμών.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ καλεί να δυναμώσει το κίνημα κατά των κατασχέσεων, των πλειστηριασμών και των εξώσεων σε βάρος της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. 

ΟΛΟΙ-ΟΛΕΣ  στις συγκεντρώσεις κατά της αρπαγής της λαϊκής κατοικίας την Τετάρτη 21/2 στην Αθήνα στις 6 μμ στην πλ. Κοραή , στη Θεσσαλονίκη στις 12.30 μμ στο άγαλμα Βενιζέλου και στις άλλες πόλεις.

Categories: ΕκδηλώσειςΔρασεις-Εκδηλωσεις: Δρασεις-ΕκδηλωσειςΗμερομηνία: 21/02/2018 - 20:30

Κάτω τα χέρια από τις παροχές και τα επιδόματα ειδικής αγωγής !

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συμπαραστέκεται στον αγώνα της Εθνικής Ομοσπονδίας για τα Δικαιώματα του Αυτιστικού Φάσματος ενάντια στην νέα προκλητική μείωση των επιδομάτων από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ.  Στο βωμό των "πρωτογενών πλεονασμάτων" η μνημονιακή κυβέρνηση βάζει στο στόχαστρο και τα προνοιακά επιδόματα μέσω του επαναπροσδιορισμού των ποσοστών αναπηρίας. Με τη νέα νομοθεσία θα μειώνονται τα επιδόματα αναπηρίας και ιδιαίτερα αυτά που λαμβάνουν όσοι πάσχουν από αυτισμό. Τα νέα κριτήρια είναι απάνθρωπα και αντιεπιστημονικά και ο μόνος στόχος τους είναι να μειωθεί το σχετικό κονδύλι για να μπορεί η κυβέρνηση να παρουσιάσει πλεόνασμα ώστε να εξυπηρετήσει τους δανειστές και τις τράπεζες. ΚΑΜΙΑ ΜΕΙΩΣΗ ΑΛΛΑ ΑΥΞΗΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΠΗΡΙΚΩΝ ΕΠΙΔΟΜΑΤΩΝ. ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΑΙ ΔΩΡΕΑΝ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΚΑΙ ΑΓΩΓΗ ΟΛΩΝ ΟΣΩΝ ΕΧΟΥΝ ΑΝΑΓΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΜΕ ΑΜΕΣΕΣ ΠΡΟΣΛΗΨΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΔΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΔΙΑΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΟΧΙ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ. Categories: ΑνακοινώσειςΑνακοινωσεις-Δελτια Τυπου: Ανακοινωσεις-Δελτια ΤυπουΗμερομηνία: 20/02/2018 - 15:45

«Προστατευόμενοι μάρτυρες» : Η πολιτική υποκρισία Ν.Δ, ΠΑ.ΣΟ.Κ. και ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε όλο της το μεγαλείο [του Κώστα Παπαδάκη]

 

«ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ» : Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ Ν.Δ, ΠΑ.ΣΟ.Κ. ΚΑΙ ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ΣΕ ΟΛΟ ΤΗΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ

Η υπόθεση Novartis επανέφερε στην επικαιρότητα το ζήτημα των προστατευομένων μαρτύρων με αποκορύφωμα, τους μεν θιγόμενους από τις καταθέσεις τους βουλευτές και στελέχη ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ν.Δ. (μέχρι και τον αρχηγό της) να τους χαρακτηρίζουν «κουκουλοφόρους», παρότι ο θεσμός ψηφίστηκε και αναβαθμίστηκε κατ’ επανάληψη από το 2001 μέχρι σήμερα από τα κόμματά τους, η δε κυβέρνηση παρότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ήταν αντίθετος στο θεσμό αυτό και τον είχε καταψηφίσει όλες τις φορές στη Βουλή, σήμερα στηρίζει σε αυτούς την οικοδόμηση του σκανδάλου και τον αναβαθμίζει επίσης.

Η ριζοσπαστική αριστερά και η μαχόμενη κινηματική δικηγορία, υπερασπίζοντας το νομικό πολιτισμό που είναι μέρος του πολιτικού πολιτισμού και των δημοκρατικών κατακτήσεων, δικαιωμάτων και ελευθεριών για τις οποίες χρόνια αγωνιζόμαστε οφείλουν να έχει μία ξεκάθαρη αντίθεση από θέση αρχής απέναντι στο θεσμό των «προστατευομένων μαρτύρων» σύμφωνα με τις σκέψεις που ακολουθούν.

1) Νομοθετική αναδρομή :

Με το άρθρο 9 Ν.2928/2001 (Τρομονόμος Ν. 1 με τη θέσπιση του Π.Κ. 187 περί «εγκληματικής οργάνωσης» και άλλες διατάξεις επί Κυβέρνησης ΠΑ.ΣΟ.Κ. Σημίτη και με Υπουργό Δικαιοσύνης τον Μιχ. Σταθόπουλο) προβλέφθηκε ο θεσμός των «προστατευομένων μαρτύρων» για πρώτη φορά στην Ελλάδα που μεταξύ άλλων περιείχε τη δυνατότητα να καταθέτουν υπό καθεστώς ανωνυμίας και χωρίς αυτοπρόσωπη παρουσία στο ακροατήριο αλλά εξ’ αποστάσεως, μάρτυρες που είχαν να συνεισφέρουν σημαντικά σε υποθέσεις εγκληματικών οργανώσεων κλπ.

Η ρύθμιση αυτή αποδοκιμάστηκε από όλη την αριστερά και από το σύνολο σχεδόν του νομικού κόσμου δεδομένου ότι κατάθεση χωρίς παρουσία του στο ακροατήριο και γνωστοποίηση των στοιχείων του έρχεται σε προφανή αντίθεση με την αρχή της δημοσιότητας της δίκης και της αμεσότητας της δίκης, στερεί από τους κατηγορουμένους, τους διαδίκους, το δικαστήριο και το ακροατήριο τη δυνατότητα συγκεκριμένου ελέγχου της αξιοπιστίας του και των αντιδράσεων της γλώσσας του σώματος του κατά την ώρα της εξέτασής του από τους παράγοντες της δίκης.

Εκτός αυτού τονιζόταν πάντα ότι η ανωνυμία του μάρτυρα δεν είναι δυνατόν να τηρηθεί δεδομένου ότι όσο περισσότερο συγκεκριμένη (άρα και σημαντική είναι η κατάθεσή του), τόσο περισσότερες είναι και οι πιθανότητες ταυτοποίησης του προσώπου του και άρα η ανωνυμία είναι αδύνατον να τηρηθεί.

2) Ατυχία στην πρώτη εφαρμογή

Η πρώτη εφαρμογή του θεσμού αυτού στη δίκη της 17 Νοέμβρη ατύχησε με τρόπο φαιδρό : Παρά το γεγονός ότι μεταξύ των εκατοντάδων μαρτύρων της υπόθεσης περιλαμβάνονταν δύο τέτοιοι προστατευόμενοι μάρτυρες οι οποίοι στην προδικασία είχαν καταθέσει με τους κωδικούς «Α1» και «Β1», όταν οι μάρτυρες αυτοί έλαβαν όπως και όλοι οι άλλοι κλήση για να εμφανιστούν στο ακροατήριο, δεν φρόντισε κανείς να τους απομονώσει σε κάποια ιδιαίτερη αίθουσα με αποτέλεσμα να καταλάβουν θέσεις μεταξύ των υπολοίπων μαρτύρων της δίκης στο ακροατήριο.

Έτσι κατά την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων της υπόθεσης την ημέρα έναρξης της δίκης (3/3/2003) από τον Πρόεδρο της δίκης Μιχάλη Μαργαρίτη, όπως όλοι οι ονομαστικοί μάρτυρες δήλωσαν παρών και σήκωσαν το χέρι, όταν εκφωνήθηκαν οι κωδικοί «Α1» και «Β1» με μεγάλη έκπληξη οι πάντες είδαμε δύο άντρες που κάθονταν στο ακροατήριο διαδοχικά να φωνάζουν «παρών» και να σηκώνουν το χέρι τους. Η ανωνυμία καταργήθηκε στην πράξη, ενώ στη συνέχεια της δίκης οι μάρτυρες αυτοί κατέθεσαν όπως και όλοι οι υπόλοιποι χωρίς να συνεισφέρουν τίποτα σημαντικό. Το τελευταίο αυτό δείχνει και μία υπερβολή στον τρόπο με τον οποίο οι μάρτυρες αντιλαμβάνονται και μυθοποιούν την συνεισφορά τους στη δίκη και ζητούν καθεστώς προστασίας χωρίς αυτό να αντιστοιχεί στη βαρύτητα των καταθέσεών τους.

3) Αλλεπάλληλες τροποποιήσεις Ν.Δ., ΠΑ.ΣΟ.Κ. και αχρησία στην πράξη.

Έκτοτε η διάταξη παρέμεινε σε αχρησία παρά το γεγονός ότι άλλες τρεις φορές τροποποιήθηκε διευρύνοντας το εύρος των περιπτώσεων των αδικημάτων στις δίκες για τα οποία είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται προστατευόμενοι μάρτυρες :

Α) Με το άρθρο 42 ν. 3251/2004 (τρομονόμος ν. 2 με Κυβέρνηση Ν.Δ. Κ. Καραμανλή και Υπουργό Δικαιοσύνης Αναστ. Παπαληγούρα - θέσπιση του ΕυρωπαΙκού Εντάλματος Σύλληψης, θέσπιση άρθρου 187 Α Π.Κ. και άλλες διατάξεις) ο οποίος ενέταξε και τα αδικήματα άρθρου 187Α Π.Κ.

Β) Με το άρθρο 6 Ν.3875/2010 Κυβέρνηση ΠΑ.ΣΟ.Κ. Υπουργός Δικαιοσύνης Καστανίδης) εντάχθηκαν και άλλα αδικήματα στα οποία είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται προστατευόμενοι μάρτυρες

Γ) Τελευταία τροποποίηση από αυτούς έγινε με το άρθρο 1 – παρ. ΙΕ-17 Ν.4254/2014 (Κυβέρνηση Ν.Δ. - ΠΑ.ΣΟ.Κ., Υπουργός Δικαιοσύνης Αθανασίου) εντάχθηκαν και άλλα αδικήματα στα οποία είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται προστατευόμενοι μάρτυρες.

4) Η νομοθετική ομολογία της αποδεικτικής ελαττωματικότητας των «προστατευομένων»

Χαρακτηριστικό της ελλιπούς εμπιστοσύνης του νομοθέτη στη διάταξη που θέσπισε είναι ότι ήδη από την αρχική της έκδοση η διάταξη περί προστατευομένων μαρτύρων περιείχε μία αποδεικτική ρήτρα σύμφωνα με την οποία (άρθρο 9 παρ. 5 ν. 2928/2001) :

5. Αν δεν έχουν αποκαλυφθεί τα στοιχεία ταυτότητας του μάρτυρα, μόνη η κατάθεσή του δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου.

 

Εξομοιωνόταν δηλαδή η κατάθεση του προστατευόμενου μάρτυρα με την ενοχοποιητική κατάθεση συγκατηγορουμένου η οποία, όπως είναι γνωστό (Κ.Ποιν.Δ. 211Α), ανέκαθεν εθεωρείτο και εύλογα ως ανεπαρκές ενοχοποιητικό στοιχείο για συγκατηγορούμενο.

5) Η κατάργηση της υποχρέωσης αποκάλυψης στοιχείων μετά από αίτημα εισαγγελέα η διαδίκου

Παρόλα αυτά οι διαδοχικές νομοθετικές μεταβολές επιβεβαίωναν τις κυβερνητικές προθέσεις για περαιτέρω ενίσχυση της ρύθμισης, αφού η αρχικά θεσπισμένη υποχρέωση του Δικαστηρίου (άρθρο 9 παρ. 4 ν. 2928/2001) να προβαίνει σε αποκάλυψη των στοιχείων των ανωνύμων μαρτύρων όταν τους ζητά οποιοσδήποτε διάδικος ή Εισαγγελέας μεταβλήθηκε σε δυνατότητα με την τροποποίηση του Ν. 3875/2010, έτσι ώστε και αυτό ακόμη να μην είναι υποχρεωτικό όταν ζητείται.

Η σχετική διάταξη, από

«εκτός αν ζητηθεί από τον εισαγγελέα ή από ένα διάδικο η αποκάλυψη του πραγματικού ονόματος, οπότε το δικαστήριο διατάσσει την αποκάλυψη».

 

έγινε :

«Αν ζητηθεί από τον εισαγγελέα ή από έναν διάδικο η αποκάλυψη του πραγματικού ονόματος του, το δικαστήριο αποφαίνεται αιτιολογημένα για την αποκάλυψη ή μη».

Ούτως ή άλλως η διάταξη αυτή εξαντλούσε την υποχρέωση και μετέπειτα τη δυνατότητα του Δικαστηρίου μόνο στην αποκάλυψη των στοιχείων και όχι στην διαταγή για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των μαρτύρων στο ακροατήριο. Αυτού μόνο υπήρχε υποχρέωση, αυτού μόνο καταλείπεται δυνατότητα.

6) Η στάση των συνηγόρων πολιτικής αγωγής για τους «προστατευόμενους μάρτυρες» στη δίκη της Χ.Α.

Παρόλα αυτά ο θεσμός παρέμενε σε αχρησία και τουλάχιστον σε δίκες μείζονος δημοσιότητας δεν εμφανίστηκαν «ανώνυμοι» μάρτυρες. Το θέμα τέθηκε στην υπόθεση της Χρυσής Αυγής το Νοέμβρη 2017 όπου πέντε προστατευόμενοι μάρτυρες κατέθεσαν ανώνυμα στην προδικασία και κλήθηκαν στη συνέχεια στο ακροατήριο.

Πρώτοι οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής, από θέση αρχής θέσαμε το ζήτημα στο Δικαστήριο και προβήκαμε σε δημόσια έκκληση προς τους μάρτυρες αυτούς να εμφανιστούν για να καταθέσουν επώνυμα και αυτοπρόσωπα όπως όλοι οι άλλοι στο ακροατήριο, συμμεριζόμενοι παράλληλα τους φόβους αντεκδίκησής τους από τη Χρυσή Αυγή και καλώντας τους κρατικούς φορείς να αναλάβουν απέναντί τους τις ευθύνες τους.

Οι συνήγοροι υπεράσπισης της Χ.Α. απέφυγαν να προσβάλλουν την εξέταση των μαρτύρων για αντισυνταγματικότητα και για αντίθεση στις παραπάνω δικονομικές αρχές, αποδεικνύοντας ότι δεν έχουν ποιοτική διαφοροποίηση από τον θεσμό, όπως ακριβώς και εκείνοι που τον ψήφισαν : Φτάνει να εφαρμόζεται μόνο σε βάρος των αντιπάλων τους και όχι σε βάρος των ίδιων. Περιορίστηκαν να ζητήσουν από το δικαστήριο (εκ του ασφαλούς καθώς γνώριζαν ότι το δικαστήριο δεν δικαιούται να το κάνει) να τους υποχρεώσει να εμφανισθούν και όταν το αίτημά τους απορρίφθηκε, νομιμοποίησαν την εξέταση των μαρτύρων αυτών αφενός με την προσθήκη διαφόρων βελτιωτικών προτάσεων που έγιναν δεκτές από το δικαστήριο (παρουσία δικαστικού και εισαγγελικού λειτουργού στον χώρο της Γ.Α.Δ.Α. από όπου τηλεφωνικά επικοινωνούσαν με το δικαστήριο και εξασφάλιση της μη παρουσίας άλλων προσώπων και της μη χρήσης συμβουλευτικών εγγράφων και σημειώσεων) και αφετέρου με την πλήρη υποβολή ερωτήσεων.

Οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής (όλοι) τηρήσαμε τη δήλωσή μας σύμφωνα με την οποία δεν θα μετείχαμε στην εξέταση των μαρτύρων αυτών, αν εξετασθούν με καθεστώς ανωνυμίας, αποδεικνύοντας ότι σεβόμαστε τις αρχές μας και δεν τις προσαρμόζουμε στα συμφέροντά μας.

Ήδη τα ονοματεπώνυμα των μαρτύρων και αρκετά προσωπικά τους στοιχεία είχαν διαρρεύσει στον τύπο πριν την έναρξη της δίκης ενώ η διαρροή συνεχίστηκε και μετά, με αποκορύφωμα όταν κατά τη διάρκεια της εξέτασής τους από την πλευρά των συνηγόρων υπεράσπισης κατονομάστηκαν τα πρόσωπά τους και έγινε αναφορά σε πληθώρα εγγράφων δηλωτικών της ταυτότητάς τους και αποκαλυπτικών προσωπικών τους στοιχείων, που πιθανότατα θα υποστηριχθούν και από έγγραφα που θα κατατεθούν στη συνέχεια. Έτσι η αυταπάτη της ανωνυμίας διαλύθηκε για ακόμα μία φορά.

Ας σημειωθεί ότι στη δίκη αυτή έχουν καταθέσει ήδη και μάρτυρες προερχόμενοι από τη «Χρυσή Αυγή», επώνυμα και με αυτοπρόσωπη παρουσία στο ακροατήριο και έχουν συνεισφέρει με αρκετά σημαντικές καταθέσεις για τα στοιχεία της υπόθεσης, ενώ πρόκειται να επακολουθήσουν και άλλοι.

7) Η πολιτική υποκρισία Ν.Δ., ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Εχουν το θράσος να μιλάνε για κουκουλοφόρους εκείνοι που δημιούργησαν και τροποποίησαν με την ψήφο τους τέσσερις φορές (2001, 2004, 2010, 2014) το θεσμικό πλαίσιο που τους παρήγαγε.

Ασφαλώς δεν φαντάζονταν ότι θα έφταναν να μιλούν έτσι για τους «προστατευόμενους μάρτυρες» όταν σε αγαστή συνεργασία τους δημιουργούσαν. Επιφύλασσαν βέβαια γιο τον εαυτό τους τον ρόλο του δήμιου και τους «κουκουλοφόρους» στην υπηρεσία του κράτους που κυβερνούσαν. Με πρώτο τότε θύμα των «κουκουλοφόρων» τη 17Ν και τους εν γένει «τρομοκράτες».

Αλλά έλα που έχει ο καιρός γυρίσματα ! Παλιά λαϊκή παροιμία, ενίοτε επιβεβαιούμενη λέει : «Οποιος σκάβει τον λάκκο του άλλου, πέφτει ο ίδιος μέσα».

8) Η πολιτική υποκρισία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Στα τρία χρόνια της, η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α., που τα χρόνια της αντιπολίτευσης αντιπάλευε το καθεστώς των τρομονόμων, διατηρεί όλο το αντιδραστικό οπλοστάσιό τους και κατά καιρούς έχει επιχειρήσει να το διευρύνει.

Ως προς τη συγκεκριμένη διάταξη όχι μόνο δεν την κατάργησε, παρότι νομοθετικά την άγγιξε, αλλά προχώρησε και εκείνη σε μία εποικοδομητική της τροποποίηση με το άρθρο 19 ν. 4411/2016 (έναν εκ των ονομασμένων «νόμων Παρασκευόπουλου»), το οποίο προέβλεψε τη σύσταση ειδικού φορέα που θα υλοποιεί την προστασία των μαρτύρων.

Σχετικά πρόσφατα (Αύγουστος 2017) συνέστησε νέα νομοπαρασκευαστική επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης με αντικείμενο τη νομοτεχνική επεξεργασία της διεύρυνσης των περιπτώσεων αδικημάτων στα οποία γίνεται αποδεικτική χρήση προστατευομένων μαρτύρων.

Και βέβαια τώρα που οι «κουκουλοφόροι» πλήττουν τους πολιτικούς της αντιπάλους, δεν διστάζει να οικοδομεί σε αυτούς την πολιτική της.

Όπως είναι γνωστό, οι εξουσίες δεν έχουν αρχές. Εχουν μόνο συμφέροντα.

9) Τι σημαίνει ανώνυμοι μάρτυρες ;

Σημαίνει ότι γενικεύεται μια πρακτική η οποία ναρκοθετεί τα θεμέλια των δικονομικών ελευθεριών και εγγυήσεων.

Ανώνυμοι μάρτυρες σημαίνει αδιαφανής δίκη, διεξαγωγή της χωρίς αμεσότητα και δυνατότητα κατ αντιπαράσταση εξέτασης.

Σημαίνει ευχέρεια καταδίκης χωρίς στοιχεία και χωρίς το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να υπεραμυνθεί του εαυτού του, χωρίς κανέναν έλεγχο της αξιοπιστίας και διερεύνησης των κινήτρων του προσώπου και του περιεχομένου των καταθέσεων.

Σημαίνει κατάργηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων και ενίσχυση της αυθαιρεσίας των κατασταλτικών μηχανισμών και των δικαστηρίων απέναντι σε οποιονδήποτε κατηγορούμενο επιθυμεί.

Σημαίνει αδυναμία αυτού που παρακολουθεί τη δίκη να ελέγχει τη δικαστική εξουσία (που και αυτή με τη σειρά της είναι δέσμια ενός μάρτυρα που δεν γνωρίζει, δεν μπορεί να δεί και να εξετάσει ουσιαστικά) αν σέβεται το τεκμήριο αθωότητας και αν δικάζει με συγκεκριμένες αποδείξεις. Η ίδια η λαϊκή κυριαρχία, έκφανση της οποίας αποτελεί το δικαίωμα δημοσιότητας της δίκης καταργείται.

Με δόλωμα στην αρχή διάφορα «δημοφιλή» αδικήματα (τρομοκρατία, trafficking, σωματεμπορίες, σεξουαλικά αδικήματα κατά ανηλίκων), πολύ γρήγορα θα έρθει η επέκταση και η αναβάθμιση σε όλα.

Τη θέση των επωνύμων μαρτύρων θα καταλάβουν ανώνυμες εκθέσεις ειδικών αστυνομικών, χαφιέδων, πρακτόρων μυστικών ξένων και εγχώριων υπηρεσιών, «μετανοημένων», και κάθε είδους συνεργαζομένων με αυτούς, σε συνδυασμό με στοιχεία από υποκλοπές, παρακολουθήσεις, «ανακριτικές διεισδύσεις» (προβοκάτσιες), D.N.A. και άλλα παρόμοια για ποινικά, αλλά και πολιτικά και φρονηματικά αδικήματα και επικαλούμενοι λόγους προστασίας μαρτύρων, η γιατί όχι και «εθνικής ασφάλειας», θα καταμηνύουν αγωνιστές και θα επιβάλλουν στα δικαστήρια την καταδίκη τους.

Σωρεία πρακτικών που μέχρι τώρα καθιστούν καταθέσεις των αστυνομικών ανώνυμες όπως : Εξαίρεση αστυνομικών μαρτύρων από την υποχρέωση αποκάλυψης της πηγής των πληροφοριών τους κατά παράβαση του άρθρου 224 Κ.Ποιν.Δ., δήλωση των διευθύνσεων όλων των αστυνομικών στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας 173 (κτίριο Γ.Α.Δ.Α.) και όχι της πραγματικής διεύθυνσης κατοικίας τους, συχνά παράλειψη δήλωσης του βαθμού ιεραρχίας τους στην Αστυνομία κλπ, έχει προ πολλού ανοίξει το δρόμο για να συναντηθεί με τις ρυθμίσεις αυτές. Το επίπεδο άσκησης της δικαστικής εξουσίας θα επιστρέψει στην περίοδο των διαρκών στρατοδικείων, των εκτάκτων στρατοδικείων και ακόμα πιο πίσω.

Αυτό το κράτος οικοδομεί η κυβέρνηση της «πρώτης φοράς» ετοιμάζοντας την υλοποίηση της κοινωνίας Οργουελ στις δίκες. Οσο «έσκισε» τα μνημόνια, άλλο τόσο έσκισε και τους τρομονόμους.

Η υποκρισία τους ξεχειλίζει από παντού. Είμαστε σε θέση να διακρίνουμε ότι το σκάνδαλο δεν είναι οι μίζες (αυτές είναι το αιτιατό και όχι το αίτιο). Είναι η ιδιωτικοποίηση της υγείας (και όχι μόνο), η προκλητική αύξηση της κατά κεφαλήν φαρμακευτικής δαπάνης με την αγαστή συμφωνία όλων των εμπλεκόμενων κοινωνικών και πολιτικών εταίρων τα προηγούμενα χρόνια που έχει συμβάλει και αυτή στην αύξηση του ιδιωτικού και του δημόσιου χρέους, το ίδιο το δημόσιο χρέος που δεν το δημιούργησε ο ελληνικός λαός ούτε το οφείλει, αλλά το πληρώνει, όπως και τις αλλεπάλληλες ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών, τελικά ο καπιταλισμός, η κερδοσκοπία και η εκμετάλλευση. Αυτές οχυρώνονται μέσα από τους μηχανισμούς καταστολής που δημιουργούν και τις δικαστικές διαδικασίες που διαπλάθουν.

Καμία σκοπιμότητα δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ανοχή στην καταρράκωση δικονομικών και συνταγματικών εγγυήσεων και υποχώρηση από την αρχή της δίκαιης δίκης. Δεν πρόκειται για αφηρημένα αστικά ιδεολογήματα, αλλά για συγκεκριμένες λαϊκές και δημοκρατικές κατακτήσεις που απειλούνται.

Δεν νομιμοποιούμε την πρόθεση του κράτους να δημιουργεί φοβισμένους ανθρώπους, όμηρους στα χέρια όποιων τους παρέχει «ασφάλεια» για να μαρτυρούν ανώνυμα. Οι κοινωνικοί αγώνες χρειάζονται αγωνιστές, πολίτες που αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους. Ας μην επιτρέψουμε στην εξουσία να τους εξαφανίσει.

Αθήνα, 12/2/2018

Κώστας Παπαδάκης

Categories: ΔιαλογοςΑποψειςΗμερομηνία: 20/02/2018 - 15:30

Θέσεις για την 4η Συνδιάσκεψη: Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ εφαλτήριο ανατρεπτικών πρωτοβουλιών [του Γιώργου Κρεασίδη]

Γιώργος Κρεασίδης

Ανάλυση της κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης και χάραξη ενός δρόμου αντικαπιταλιστικής ανατροπής, με γνώμονα τα εργατικά λαϊκά δικαιώματα και συμφέροντα, χαρακτηρίζουν τις Θέσεις για την 4η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που δόθηκαν στη δημοσιότητα. Ανειρήνευτη είναι η πάλη ανάμεσα στην εργατική και την αστική «έξοδο» από την βαθιά καπιταλιστική κρίση, τονίζεται.

Με τη δημοσίευση των Θέσεων του Πανελλαδικού Συντονιστικού έχει δρομολογηθεί η διαδικασία της 4ης Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ξεκινά ο διάλογος στις τοπικές και κλαδικές επιτροπές. Παράλληλα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιδιώκει να δώσει στη συζήτηση για τις Θέσεις δημόσια διάσταση με ευρύτερη συμμετοχή των αγωνιστών της μαχόμενης Αριστεράς και του κινήματος.

Εξάλλου με την παρέμβασή της για μια αντικυβερνητική, αντιιμπεριαλιστική, αντιεθνικιστική απάντηση στις εξελίξεις γύρω από το «μακεδονικό» και τις σχετικές δηλώσεις και κινητοποιήσεις οργανώσεων της Αριστεράς, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έδειξε ότι είναι σε θέση να παίρνει πρωτοβουλίες, να συμβάλλει προωθητικά στη συζήτηση και να δρομολογεί κινητοποιήσεις με μαζικά χαρακτηριστικά και ευρύτερη συσπείρωση.

Βάση και αφετηρία της συζήτησης που επιδιώκει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τις Θέσεις της 4ης Συνδιάσκεψης είναι η απάντηση της μαχόμενης Αριστεράς και του κινήματος συνολικά στο ερώτημα πώς θα αντιπαλέψουμε την επίθεση κυβέρνησης, ΕΕ και κεφαλαίου, πώς θα υπερασπιστούμε δικαιώματα και θα αποσπάσουμε κατακτήσεις, πώς θα συνδεθεί ο καθημερινός αγώνας με την πάλη για μια κοινωνία με τον πλούτο και την εξουσία στους εργαζόμενους.

Το κείμενο των Θέσεων βάζει το κρίσιμο δίλημμα της περιόδου με σαφή τρόπο: «Μπροστά στους εργαζόμενους και τον λαό ανοίγονται δύο δρόμοι: Είτε οι αστικές μνημονιακές πολιτικές δυνάμεις, παλιές και νέες, θα επιβάλουν τη δική τους ‘’έξοδο’’ από την καπιταλιστική κρίση πάνω στις πλάτες της εργατικής τάξης και του λαού, είτε το εργατικό κίνημα και ο λαός θα επιβάλουν τη δική τους αντικαπιταλιστική διέξοδο αναγκάζοντας τους καπιταλιστές να πληρώσουν το κόστος» (Θέση 37).

 

 Η διέξοδος θα είναι αντικαπιταλιστική

 Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ είναι κυβέρνηση δουλικής εξυπηρέτησης των αστικών συμφερόντων. Έχει πάρει το «χρίσμα» από ΕΕ και ΗΠΑ, από ντόπιο και ξένο κεφάλαιο, εκτιμούν οι Θέσεις.

 

Οι Θέσεις του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (ολόκληρες στο www.antarsya.gr) εκτιμούν πως διαψεύδονται οι εκτιμήσεις για σταθεροποίηση στην Ελλάδα και διεθνώς. Αναζητώντας την αντικειμενική βάση της αντιλαϊκής πολιτικής, υπογραμμίζουν πως δέκα χρόνια από το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης, η συνταγή με τις διασώσεις των τραπεζών από κρατικό χρήμα σε συνδυασμό με τις νεοφιλελεύθερες «μεταρρυθμίσεις», δηλαδή αντιδραστικές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις σε όλα τα πεδία, δε βάζουν το σύστημα σε τροχιά ανάπτυξης. Σε αυτό το έδαφος οξύνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και πολλαπλασιάζονται οι πολεμικές εστίες, ενώ αναβαθμίζεται ο πολύμορφος αυταρχισμός στις κοινωνίες. Όψη της πολιτικής κρίσης είναι και η εμφάνιση της ακροδεξιάς και των φασιστών.

Κάτω από την επιφάνεια των καθησυχαστικών διαβεβαιώσεων, το δήθεν «ξεπέρασμα της κρίσης» δεν είναι παρά μια αναιμική ανάκαμψη, ενώ η προοπτική μιας νέας ύφεσης είναι κάτι παραπάνω από υπαρκτή. Ο σημερινός καπιταλισμός, εκτιμούν οι Θέσεις, δεν επιδέχεται λύσεις «κεϋνσιανού τύπου», γι’ αυτό η σοσιαλδημοκρατία συντάσσεται στο νεοφιλελευθερισμό και ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθεί αυτόν το δρόμο. Η αντικαπιταλιστική πρόταση λοιπόν πηγάζει από την οξύτητα και το χαρακτήρα των αντιθέσεων του σημερινού καπιταλισμού.

Σε αυτό το τοπίο μπήκε σε κρίση και η διαδικασία της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, με αποτέλεσμα να έρχεται σαν απάντηση η παραπέρα αντιδραστική θωράκιση της λειτουργίας της ΕΕ. Για να αποδειχτεί ξανά πως «οι εξελίξεις καταρρίπτουν κάθε απάτη περί δυνατότητας της ΕΕ να αλλάξει σε φιλολαϊκή κατεύθυνση» (Θέση 4).

Στο κείμενο εκτιμάται πως η εκλογή Τραμπ εκφράζει την τάση μερίδας του κεφαλαίου για επιστροφή στην «εθνική βάση», με την επιδίωξη στήριξης, «οικονομικού πολέμου» και «προστατευτισμού», ενώ αναπτύσσεται η εθνική και ρατσιστική ρητορική. Προφανώς,εξηγούν οι Θέσεις, δεν έχουμε το «τέλος της παγκοσμιοποίησης», αλλά κρίση της υπάρχουσας καπιταλιστικής διεθνοποίησης και μια προσπάθεια ανασυγκρότησής της. Η τάση αυτή, σε διαφορετικό βαθμό, εκφράζεται διεθνώς στις αστικές πολιτικές δυνάμεις, είτε εμφανίζονται ως εθνικιστές είτε ως κοσμοπολίτες.

Για το λόγο αυτό, επισημαίνουν οι Θέσεις, «χρειάζεται αυστηρός διαχωρισμός από όλες αυτές τις αστικές δυνάμεις. Το περιεχόμενο της ‘’εθνικής’’ και ‘’αντιπαγκοσμιοποιητικής’’ τους πολιτικής είναι βαθύτατα αντιδραστικό» (Θέση 7). Η έμφαση των Θέσεων στις περιβαλλοντικές καταστροφές,τις σεξιστικές διακρίσεις και τα φαινόμενα έμφυλης βίας, δεν είναι απλά εμπλουτισμός θεματολογίας, αλλά συμπληρώνουν το πανόραμα των εξελίξεων στον καπιταλισμό.

Για τις Θέσεις η «στρατηγική κομμουνιστική απάντηση στην καπιταλιστική ΤΙΝΑ είναι ο δρόμος της εργατικής και λαϊκής αντεπίθεσης, της συγκέντρωσης πρωτοπόρων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, της ανατροπής των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών, της ανατροπής της αντιλαϊκής επίθεσης και των διαχειριστών της αστικής εξουσίας και κυριαρχίας, με την εργατική αντικαπιταλιστική επανάσταση, που έχει ως τελικό στόχο την σοσιαλιστική-κομμουνιστική νέα κοινωνία».

Η εκτίμηση στο κείμενο για την κυβέρνηση Α. Τσίπρα είναι ότι αποτελεί κυβέρνηση δουλικής εξυπηρέτησης των αστικών συμφερόντων. Βρίσκεται σε ρήξη με την Αριστερά. Έχει πάρει το «χρίσμα» από ΕΕ και ΗΠΑ, από ντόπιο και ξένο κεφάλαιο ως η κυβέρνηση που μπορεί να περάσει τα αντιλαϊκά μέτρα.

Η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με τις λαϊκές μάζες που τον στήριξαν θα μπαίνει σε όλο και πιο βαθιά δοκιμασία, καθώς «ως κόμμα έχει ‘’διαβεί τον Ρουβίκωνα’’ στην αστική, συστημική, ευρωμνημονιακή πολιτική και η διαδικασία αυτή είναι ανεπίστρεπτη» (Θέση 19).

Στις συνθήκες αυτές το κείμενο εκτιμά πως «το εργατικό και λαϊκό κίνημα έχει δεχτεί ήττα, αλλά όχι οριστική και υπάρχει η δυνατότητα αντεπίθεσης του» (θέση 17), καθώς παρά την υποχώρηση σε κρίσιμα μέτωπα εκδηλώνονται σημαντικές αντιστάσεις (ΟΤΑ, αξιολόγηση στο δημόσιο, πλειστηριασμοί κ.λπ.), ενώ η δυσαρέσκεια από το ΣΥΡΙΖΑ δεν φουσκώνει τα πανιά ενός ανερχόμενου συντηρητικού ρεύμα. Κυρίως όμως γιατί υπάρχει ένα σημαντικό δυναμικό που αναζητά τις βαθύτερες πολιτικές αιτίες της ενσωμάτωσης του ΣΥΡΙΖΑ. Οι Θέσεις εκτιμούν πως «η εργατική τάξη συνεχίζει να απορρίπτει μαζικά την αστική μνημονιακή πολιτική», οπότε είναι κρίσιμο να αναδειχτούν οι δυνατότητες της περιόδου, κόντρα στη λογική ότι «όλα είναι μαύρα» και «δεν γίνεται τίποτα», τοn προθάλαμο υπόκλισης στον κοινοβουλευτισμό.

Εξάλλου πρέπει να ξεπεραστεί το κλίμα απογοήτευσης και η υποχώρηση των αγώνων, ενόψει όχι μόνο της εφαρμογής των ψηφισμένων μέτρων, αλλά και όσων έρχονται με την 4η αξιολόγηση και τη δήθεν «έξοδο από τα μνημόνια».

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα συζητήσει με όρους μάχης για αυτά. Εκτιμά ότι δεν αντιμετώπισε βαθύτερα το ρεφορμιστικό ρεύμα συγκροτώντας γύρω της ένα πιο βαθύ κοινωνικά και πολιτικά αντικαπιταλιστικό ρεύμα. Υποστηρίζει ότι για την «αποσυριζοποίηση της Αριστεράς», χρειάζεται βαθύτερη αντιμετώπιση των στοιχείων ρεφορμιστικής ηγεμονίας που οδήγησαν στην επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα πρωτοστατήσει στην κλιμάκωση της πάλης του εργατικού κινήματος, με αποφασιστική στήριξη απεργιών και αγώνων, αλλά και την επικαιροποίηση του εργατικού προγράμματος πάλης,

Προϋπόθεση είναι η ταξική συσπείρωση πρωτοβάθμιων σωματείων, επιτροπών αγώνα συνελεύσεων, για οργάνωση, συντονισμό και κλιμάκωση των αγώνων από τα κάτω και συμβολή σε ένα σταθερό Συντονισμό. Δεν πρόκειται για «αντικαπιταλιστική παραξενιά», αλλά αναγκαιότητα και διέξοδος «από τα κάτω» για την ενωτική, αγωνιστική στάση. Επιδιώκεται η ισχυροποίηση των ταξικών, αντικαπιταλιστικών σχημάτων. Σχετικά με αυτά, οι Θέσεις επιμένουν πως «αρνούμαστε λογικές ενοποίησης ή διάσπασης στη βάση κομματικών σχεδίων ή “κομματικών ταυτοτήτων”» (Θέση 31). Μεγάλης σημασίας θεωρείται η συμμετοχή στις αντιφασιστικές, αντιρατσιστικές μάχες, στο κίνημα ενάντια στην έμφυλη καταπίεση.

«Πάνω σε αυτή τη βάση διαμορφώνεται η πολιτική απεύθυνση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προς τους εργαζόμενους και προς όλες τις δυνάμεις που παλεύουν για τα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα σε λογική ρήξης με το μαύρο μέτωπο κεφαλαίου-ΕΕ-ΔΝΤ και τον ιμπεριαλισμό, για μια σοσιαλιστική χειραφετητική προοπτική, για μια άλλη αριστερά, για την οικοδόμηση του αντικαπιταλιστικού μετώπου/πόλου», ξεκαθαρίζει το κείμενο.

Δρόμοι οικοδόμησης του αντικαπιταλιστικού μετώπου/πόλου θεωρούνται: «i) πρωτοβουλίες κοινής δράσης στα πλαίσια του αγωνιστικού μετώπου, ii) πολιτικές πρωτοβουλίες και πολιτικός συντονισμός σε κεντρικά μέτωπα της ταξικής πάλης με στόχο τη συσπείρωση δυνάμεων, iii) πρωτοβουλίες διαλόγου για το αντικαπιταλιστικό μέτωπο/πόλο, iv) οι συνολικές προτάσεις πολιτικής συνεργασίας, των αντικαπιταλιστικών, αντιιμπεριαλιστικών, αντιΕΕ δυνάμεων».

Ιδιαίτερη πλευρά της πολιτικής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι η πρόταση «Για ένα κοινό πολιτικό βηματισμό, την κοινή δράση, τον διάλογο και την πολιτική συνεργασία των αντικαπιταλιστικών, αντιιμπεριαλιστικών, αντι-ΕΕ δυνάμεων και των δυνάμεων της ανατροπής». Αυτή δε θέτει ως προαπαιτούμενο την αποδοχή της προοπτικής του αντικαπιταλιστικού πόλου, ούτε τη συμφωνία για την επαναστατική αλλαγή.

Σημαντικές θεωρούνται από τις Θέσεις οι πρωτοβουλίες κοινής δράσηςστο κίνημα. Για ΚΚΕ και ΛΑΕ εκτιμάται πως με βάση την πολιτική και την μετωπική τους πρόταση δεν υπάρχουν προϋποθέσεις συνολικής πολιτικής συνεργασίας, ενώ οι Θέσεις κάνουν σαφές πως «δεν έχουμε διαφορετική τακτική στις εκλογές και διαφορετική στις πολιτικές συνεργασίες» (Θέση 45).

 

Αυτοκριτική εξέταση της πορείας του μετώπου

Αδύναμη η λειτουργία των τοπικών επιτροπών, έλλειμμα στην ενιαία δράση

Στις Θέσεις του ΠΣΟ γίνεται μια αναλυτική αποτίμηση δράσης, εντοπίζονται οργανωτικές αδυναμίες και προτείνονται βασικοί δρόμοι ανασυγκρότησης και διεύρυνσης. Γεννημένη το 2009 τα πρώτα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ «εξασφάλισε την αυτοτέλεια της επαναστατικής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και τη δυνατότητά της να παρεμβαίνει», τονίζεται.

Συνέβαλε αποφασιστικά στην ανάδειξη της διεθνιστικής ρήξης με ευρώ και Ευρωπαϊκή Ένωση και της διαγραφής του χρέους. Έφτασε μακριά το μήνυμα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, κόντρα στις αυταπάτες για «αριστερή κυβέρνηση» και κοινοβουλευτικό δρόμο. Διατηρήθηκε αυτοτελής, παρά τις πιέσεις για ψαλίδισμα του αντικαπιταλισμού. Διαδραμάτισε πρωτοπόρο ρόλο σε πολλούς κοινωνικούς αγώνες.

Οι Θέσεις επισημαίνουν πως στις πρωτόγνωρες καταστάσεις όπου δοκιμαζόταν η ικανότητά της να προσαρμόζει τη στρατηγική, ανέλυσε τη νέα κατάσταση χαράσσοντας μια γενικά σωστή τακτική πέρα από λάθη και αδυναμίες στην ανάπτυξή της. Αδύναμη κρίνεται η αυτοτελής παρουσία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρά τη συνεισφορά της ενωτικής τακτικής και τη συμβολή στην κοινή δράση μαχόμενων δυνάμεων, έστω και με «ασυνέχειες».

Οι διάχυτες τάσεις απογοήτευσης και η απολυτοποίηση των δυσκολιών είχαν επίδραση, ενώ υποτιμήθηκαν σοβαρά μέτωπα πάλης. Στις συνθήκες αυτές προβλήματα αντιμετώπισαν οι Τοπικές Επιτροπές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, σαν έκφραση μιας φτωχής εσωτερικής ζωής. Επισημαίνεται ότι δεν υλοποιήθηκαν σημαντικές οργανωτικές αποφάσεις της προηγούμενης Συνδιάσκεψης, ενώ σαν ειδικό πρόβλημα διαπιστώνεται η έλλειψη ενιαιότητας στη δράση.

Σαν βήματα αναζωογόνησης προτείνονται η βαθύτερη επεξεργασία αντικαπιταλιστικού προγράμματος, η μαχητική παρέμβαση στο κίνημα, η δουλειά για άμεσα βήματα πολιτικής συνεργασίας ευρύτερων δυνάμεων της ανατροπής. Κεντρική ιδέα για την ανασυγκρότηση είναι οι «δυνατές κλαδικές και τοπικές επιτροπές, που θα συζητούν συλλογικά και θα οργανώνουν τη δράση τους στο τομέα ευθύνης τους». Με πλούσια εσωτερική ζωή, ανοιχτές για ένα πλατύ δυναμικό αγωνιστών.

 

 Πάλη για ανατροπή ευρω-μνημονίων αναδιαρθρώσεων και επιτροπείας

Οι Θέσεις αναδεικνύουν το στόχο πάλης «για το ψωμί, την δουλειά, την ειρήνη, τις λαϊκές ελευθερίες και τα δικαιώματα της εποχής μας, για την αντικαπιταλιστική ανατροπή της ευρωμνημονιακής επίθεσης κυβέρνησης – κεφαλαίου – ΕΕ – ΔΝΤ, των αντιδραστικών καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, της επιτροπείας, του πολεμικού κινδύνου και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, της επίθεσης στα δημοκρατικά δικαιώματα», ώστε να ανοίξει ο δρόμος της επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας.

Τονίζεται πως «βάση της πολιτικής μας είναι το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα», που απευθύνεται στο κίνημα, γεφυρώνοντας τις σημερινές διεκδικήσεις με την ανατροπή. Στοιχείο του προγράμματος είναι η απάντηση στο «ποιος θα το υλοποιήσει» (θέση 38). Προωθείται με την καθημερινή πάλη, αλλά συνολικά μπορεί να το υλοποιήσει «η εξουσία και η κυβέρνηση των οργάνων του εργατικού και λαϊκού κινήματος», υπογραμμίζεται.

Βασικοί άξονες είναι η παύση πληρωμών και η διαγραφή του χρέους, η μονομερής κατάργηση Μνημονίων, δανειακών συμβάσεων και εφαρμοστικών νόμων, η κρατικοποίηση τραπεζών και επιχειρήσεων, η αντίθεση στις ιδιωτικοποιήσεις, η έξοδος από ευρώ-ΕΕ,η απελευθέρωση από την επιτροπεία ΕΕ-ΔΝΤ, ο εργατικός έλεγχος και η πάλη για τη ριζική βελτίωση της θέσης των εργαζομένων σε βάρος του κεφαλαίου.

Σταθερά σημεία είναι η πάλη για δημοκρατικές ελευθερίες και δικαιώματα, το μέτωπο για έξοδο από το ΝΑΤΟ, ενάντια σε πόλεμο, εθνικισμό, ρατσισμό, φασισμό, ιμπεριαλισμό, τον αντιδραστικό και από τις δύο πλευρές ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό. Δίκαιη λύση στο Κυπριακό χωρίς ξένους στρατούς και βάσεις.

Οι Θέσεις προτείνουν να πραγματοποιηθεί καμπάνια για το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα ώστε να γίνει πλατύτερα γνωστό, αλλά και νικηφόρο όπλο στους αγώνες, δρόμος ευρύτερης συσπείρωσης.

Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 17.2.2018
http://prin.gr/?p=19170

Tags: 4η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗCategories: ΔιαλογοςΑποψειςΗμερομηνία: 20/02/2018 - 09:15

ΕΠΠΔ: Κάλεσμα σε Πανελλαδική Συνέλευση για τη συγκρότηση Πολιτικής Κίνησης στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Κυριακή 25/2

ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΑΛΛΟ, ΩΡΑ ΝΑ ΠΑΕΙ ΑΛΛΙΩΣ

ΣΤΗΝ ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΣΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Κάλεσμα σε ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ για τη συγκρότηση Πολιτικής Κίνησης στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ  

Κυριακή 25 Φλεβάρη, 11.00 π.μ., Γραφεία ΔΟΕ, Ξενοφώντος 15 Α, Αθήνα

 

Περπατάμε τον 9ο χρόνο από τη συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τον 8ο του μνημονιακού ολέθρου στον τόπο μας. Στα χρόνια που πέρασαν πορευτήκαμε στους δρόμους της μεγάλης και πολύμορφης αντιμνημονιακής μάχης του 2010-2012. Βρεθήκαμε στην  απότομη και καθοριστική κοινωνική και πολιτική στροφή στην Ελλάδα, στην  ιστορική συγκυρία που σημαδεύτηκε από τη λαϊκή νίκη του «Όχι» στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 και το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα εναντίον του.

Ζήσαμε την ολοκληρωτική προσχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ στο αστικό ευρωμνημονιακό στρατόπεδο. Βιώσαμε την κάμψη του αριστερόστροφου, αντιμνημονιακού ριζοσπαστισμού της ελπιδοφόρας πενταετίας 2010 – 2015, την αδυναμία της αντικαπιταλιστικής και μαχόμενης Αριστεράς και του εργατικού κινήματος να αποτρέψει αυτή την ήττα ή, τουλάχιστον, να μειώσει τις βαθιές συνέπειές της, και να βάλει τα θεμέλια για μια «ολική επαναφορά» του εργατικού κινήματος στο κοντινό μέλλον.

Στα 3 χρόνια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, οι λαϊκοί αγώνες δεν έλειψαν, δεν κατόρθωσαν όμως να αναμετρηθούν στα ίσια με την καταστροφική μνημονιακή πολιτική που συνεχίζεται. Κι ενώ όλοι και όλες ξέρουν ότι οι «μεταμνημονιακές» και «αναπτυξιακές» υποσχέσεις της κυβέρνησης δεν είναι παρά ισόβια καταδίκη στη φυλακή του χρέους, της ΕΕ και του ευρώ, η ελπίδα για μια διαφορετική πορεία μέσα από μια νέα άνοιξη των αγώνων, φαντάζει χαμένη. Η Αριστερά, στο σύνολό της, από το ΚΚΕ και τη ΛΑΕ μέχρι την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τις υπόλοιπες εξωκοινοβουλευτικές δυνάμεις, στέκει κατακερματισμένη, στάσιμη, αδυνατώντας να εμπνεύσει και στρατεύσει νέες δυνάμεις στην υπόθεση της ανατροπής.

Σημαντικό τμήμα του αγωνιστικού δυναμικού, που προσέγγισε την οργανωμένη πάλη όλα αυτά τα χρόνια, αποτραβιέται προς αδιέξοδους ατομικούς δρόμους. Όλες οι εκφράσεις της Αριστεράς δεν αποτελούν ελκυστικές, δημιουργικές και συντροφικές συλλογικότητες αγώνα. Η ιστορική ήττα θα συντελεστεί αν δε δοθεί διέξοδος και όραμα στο μεγάλο δυναμικό αγώνα και αριστερής αναζήτησης και κυριαρχήσει τελεσίδικα η απογοήτευση και η αποστράτευση.

Θεωρούμε ότι το ρήγμα στην κοινωνία παραμένει ανοιχτό και χρειάζονται άμεσα βήματα για την ανασυγκρότηση του κοινωνικού και πολιτικού μπλοκ της ρήξης και της ανατροπής. Η άρνηση αυτής της συζήτησης στην ουσία κλείνει τα μάτια μπροστά στους τεράστιους κινδύνους που ανοίγονται μπροστά μας. Τα σύννεφα του πολέμου και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών πυκνώνουν στην ευρύτερη περιοχή, ενώ με όλο και πιο επικίνδυνο τρόπο εμπλέκεται και η χώρα μας, πλήρως ευθυγραμμισμένη στον ιμπεριαλιστικό άξονα των ΗΠΑ. Η όξυνση του ανταγωνισμού με την Τουρκία δεν προμηνύει τίποτα καλό για τους λαούς της περιοχής. Οι πρόσφατες εξελίξεις με το «Μακεδονικό» αναδεικνύουν τον κίνδυνο μια σοβαρής ακροδεξιάς, εθνικιστικής, αντιδημοκρατικής στροφής πάνω στην οποία προσπαθεί να αναβαπτιστεί και η φασιστική Χρυσή Αυγή. Δε μας μένει άλλος χρόνος. Η αντεπίθεση του κινήματος για τη συγκρότηση μιας αριστερής, εργατικής, αντιιμπεριαλιστικής αντιπολίτευσης στην κυβέρνηση, την ΕΕ και το ΔΝΤ είναι το πρώτιστο καθήκον.

Με αυτό το τεράστιο καθήκον πρέπει να αναμετρηθεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην επικείμενη συνδιάσκεψή της.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτέλεσε το πιο ελπιδοφόρο εγχείρημα συνένωσης της αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής Αριστεράς. Με τον ενωτικό και μετωπικό χαρακτήρα της, με το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμά της, συνδέθηκε με ευρύτερες μάζες εργαζόμενων και διανόησης, συγκίνησε ειδικά τη νεολαία, έδωσε ριζοσπαστικές απαντήσεις στη δομική καπιταλιστική κρίση και νέα πνοή στην επαγγελία μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής. Συνέβαλε στους εργατικούς αγώνες, επηρέασε την «άλλη Αριστερά», μετατράπηκε η ίδια σε ένα μικρό μεν, αλλά υπαρκτό και «αναγνωρίσιμο» πλέον, κοινωνικό και πολιτικό ρεύμα.

Όμως, τόσο στην «εξεγερτική» φάση του 2010 – 12, όσο και, πολύ περισσότερο, μετά την στροφή του 2015, εκφράστηκαν με οξύτητα και οι δομικές ανεπάρκειές της. Οι δυο πυλώνες που πάνω τους στηρίχτηκε, το μεταβατικό πρόγραμμα και η μετωπική πολιτική έμειναν κενό γράμμα στα κείμενα. Αποτέλεσμα ήταν η αδυναμία να συνδεθεί με τους κοινωνικούς τεκτονικούς σεισμούς. Εκατομμύρια έφυγαν από τον δικομματισμό – κυρίως από το ΠΑΣΟΚ- αρχικά, χιλιάδες από τον ΣΥΡΙΖΑ αργότερα. Δεκάδες συλλογικότητες. Κι όμως, παρά τις διακηρύξεις, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δε συνδέθηκε με όλη αυτήν τη σεισμική κίνηση.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αυτή τη στιγμή, βρίσκεται περισσότερο από ποτέ πίσω. Πίσω από τις ανάγκες μιας ενωτικής δράσης στο δρόμο. Πίσω από τις ανάγκες ενός συντροφικού πολιτισμού της γόνιμης συζήτησης. Πίσω από τις ανάγκες μιας  μετωπικής ανασυγκρότησης του κινήματος. Πίσω από τις ανάγκες μιας σύγχρονης πολιτικής συμμαχιών και μιας νέας συσπείρωσης αντικαπιταλιστικών και αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Παρά τις αδυναμίες αυτές, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν έχει φθαρεί συνολικά στα μάτια των αγωνιζόμενων κομματιών της κοινωνίας. Έχει κατοχυρώσει μια θέση τόσο για την αγωνιστική της στάση, όσο και για τους χιλιάδες πρωτοπόρους αγωνιστές και αγωνίστριες που συσπειρώνει ακόμα και σήμερα. Όμως βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, καθώς είναι η στιγμή που απαιτείται από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ να αναλάβει τις αναγκαίες πρωτοβουλίες που τις αντιστοιχούν.

Σήμερα, σειρά ολόκληρη άμεσων και ιστορικών αναγκών επιτάσσουν  την υπέρβασή, «προς τα πάνω και ενωτικά», της σημερινής κατάστασης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά και όλων των οργανώσεων και μετώπων της μαχόμενης αριστεράς. Επιτάσσουν τη θετική αναγέννηση και τον προωθητικό μετασχηματισμό των σχημάτων και των συλλογικοτήτων μας σε μια πορεία που θα συνδιαμορφώσουμε αναμεταξύ μας αλλά και με συντρόφους και ρεύματα που έχουν κοινούς προβληματισμούς και αγωνίες, που μας συνδέουν κοινοί αγώνες. Για τη συνάντηση με το μεγάλο, διάσπαρτο εργατικό και νεολαιίστικο δυναμικό των μαχόμενων δυνάμεων, μέσα στους  κοινωνικούς και πολιτικούς, εγχώριους και διεθνείς κλονισμούς που είναι μπροστά μας. Για να μπουν οι βάσεις για το μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο των μαχόμενων αριστερών δυνάμεων που θα βάλει στη ζωή και θα διεκδικήσει την υλοποίηση του μεταβατικού προγράμματος, για την αντικαπιταλιστική ανατροπή.

Αυτήν την πρόκληση επιχειρούμε να απαντήσουμε ως ΕΠΠΔ, πρωτοβουλία που συγκροτήθηκε από ανένταχτους αγωνιστές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΤΟ 2015, κάνοντας πρώτοι και πρώτες το βήμα της υπέρβασης του εαυτού μας, της συνάντησης με συλλογικότητες και με συντρόφους και συντρόφισσες από τον χώρο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ευρύτερα της μαχόμενης αντικαπιταλιστικής, κομμουνιστικής αριστεράς. Προχωρούμε στη συγκρότηση ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ που θα συμμετέχει στο μέτωπο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, θα επιχειρήσει να συμβάλλει στην αναγέννησή της μέσα από την υπέρβαση.

Καλούμε κάθε δύναμη, κάθε σύντροφο και συντρόφισσα που μοιράζεται τους ίδιους προβληματισμούς και τις ίδιες αγωνίες στην Πανελλαδική, ανοιχτή συνέλευση για τη συγκρότηση της Κίνησης αυτής, την Κυριακή 25 Φλεβάρη, 11.00 π. μ., Γραφεία ΔΟΕ, Ξενοφώντος 15 Α, Αθήνα

Ενωτική Πρωτοβουλία Παρέμβασης και Διαλόγου

 

 

Categories: ΕκδηλώσειςΠαρεμβάσεις ΟργανωσεωνΔρασεις-Εκδηλωσεις: Δρασεις-ΕκδηλωσειςΗμερομηνία: 25/02/2018 - 16:45

Ανακοίνωση της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος για το εθνικιστικό συλλαλητήριο και τις αντιεθνικιστικές κινητοποιήσεις της 4ης Φλεβάρη

Ανακοίνωση της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος για το εθνικιστικό συλλαλητήριο και τις αντιεθνικιστικές κινητοποιήσεις της 4ης Φλεβάρη

Το συλλαλητήριο της 4ης Φλεβάρη αποτελεί ένα σημαντικό πολιτικό γεγονός, καθώς αποτελεί έκφανση της προσπάθειας οικοδόμησης  του «μαύρου μετώπου» και νομιμοποίησης, μέσα σε ευρύτερα κομμάτια της κοινωνίας,  των εθνικιστών και φασιστών. Αποτελεί επίσης έκφανση του πόσο επικίνδυνα χαρακτηριστικά μπορεί να πάρει η (κατά τα άλλα δίκαιη) αγανάκτηση ενάντια στην κυβέρνηση, όταν αυτή κινητοποιείται από την ακροδεξιά δημαγωγία.

Ωστόσο, το συλλαλητήριο ήταν μια αποτυχία. Οργανώθηκε συστηματικά και χρηματοδοτήθηκε από μηχανισμούς του κράτους (στρατός, εκκλησία), τη ΝΔ και τους ΑΝΕΛ και προπαγανδίστηκε ανοιχτά από δημόσια και ιδιωτικά ΜΜΕ. Ο Μητσοτάκης κατάπιε τον φιλελευθερισμό του και προσχώρησε στον πιο γελοίο παραδοσιακό δεξιό εθνικισμό. Προσπαθήθηκε δε να αποδοθεί στο συλλαλητήριο «παλλαϊκός» χαρακτήρας με τη θλιβερή παρουσία του Μίκη Θεοδωράκη. Με αυτό το δεδομένο, κρίνεται αποτυχημένο γιατί αφενός δεν συγκέντρωσε ούτε κατά διάνοια τα πλήθη που οι διοργανωτές ήθελαν, παρά τα γελοία νούμερα που ισχυρίζονται εκ των υστέρων, και αφετέρου η ΧΑ δεν κατάφερε ούτε στο ελάχιστο να το αξιοποιήσει για να επιβάλει την τρομοκρατία που επιδίωκε.

Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με την «εθνικά υπεύθυνη πολιτική» της έχει ανοίξει τον ασκό του Αιόλου. Είναι αλήθεια ότι η κυρίαρχη κριτική που γίνεται στον ΣΥΡΙΖΑ προέρχεται κατ’ εξοχήν από τη δεξιά, που προσπαθεί να αναδιοργανωθεί, τους πιο συντηρητικούς πυρήνες του κράτους που προσπαθούν να πάρουν τον έλεγχο, τις φασιστικές γκρούπες που προσπαθούν να σηκώσουν κεφάλι. Ωστόσο, η «συμβιβαστική στάση» της κυβέρνησης και η επίσημη αντίθεσή της στα εθνικιστικά συλλαλητήρια δεν μπορεί να αποκρύψει ότι στο Μακεδονικό ακολουθεί την «εθνική γραμμή» και ότι επίσημα υιοθετεί και αναπαράγει την διαχρονική κυρίαρχη εθνικιστική και αντικομμουνιστική ρητορική που επιστρατεύει το ελληνικό κράτος περί «αλυτρωτισμού των Σκοπιανών» και περί δήθεν τεχνητής δημιουργίας του μακεδονικού έθνους από την κυβέρνηση του Τίτο. Άλλωστε, πέρα από τους ΑΝΕΛ, και άλλα κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης (Κοτζιάς, Τόσκας) παρείχαν τελικά στήριξη, προέβαλαν και διαχειρίστηκαν πολιτικά το συλλαλητήριο. Είναι επικίνδυνη πολιτική τύφλωση να πιστεύει κανείς ότι η μνημονιακή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μπορεί να είναι κάποιου είδους σύμμαχος ενάντια στον εθνικισμό και τον φασισμό.

Οι θλιβερές αριστερές ή «αριστερές» οργανώσεις που πλαισίωσαν τον εθνικιστικό εσμό, προσπαθώντας να εκφράσουν τον «πατρωτισμό» των «μαζών», δεν κατάφεραν παρά να γίνουν κομπάρσοι σε μια αντιδραστική κινητοποίηση. Το ότι δεν ήταν φασίστες όλοι όσοι συμμετείχαν στο συλλαλητήριο δεν αλλάζει σε τίποτα το αναμφισβήτητο γεγονός ότι τον πολιτικό τόνο έδωσαν οι χρυσαυγίτες, οι ακροδεξιοί μητροπολίτες, οι υπεραντιδραστικοί καραβανάδες και οι ψεκασμένοι εθνόπληκτοι. Δεν είναι τυχαίο ότι πριν ακόμα το αγκαλιάσουν οι «παμμακεδονικές» οργανώσεις με το χουντικό παρελθόν, το πρώτο κάλεσμα για το συλλαλητήριο προήλθε από μικρές νεοναζιστικές ομάδες. Είναι μεγάλες οι ευθύνες, στο βαθμό του μεγέθους τους, όσων είτε στήριξαν ανοιχτά το συλλαλητήριο (Πλεύση Ελευθερίας, ΚΟΕ) είτε θεώρησαν ως κυρίαρχο το ζήτημα του αλυτρωτισμού της Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΚΚΕ, ΛΑΕ), στην καλλιέργεια της σύγχυσης και του εθνικισμού.

Απέναντι στην υπόκλιση των παραπάνω δυνάμεων στον εθνικό λόγο, αναπτύχθηκε μια πολύ σημαντική πρωτοβουλία ανάδειξης ενός αντίπαλου λόγου που αμφισβήτησε ανοιχτά τον εθνικιστικό παροξυσμό. Η αντιεθνικιστική κινητοποίηση της Κυριακής ήταν εξαιρετικά σημαντική και έδειξε έστω και στο συμβολικό επίπεδο, ότι οι δρόμοι και η πόλη δεν ανήκουν στους φασίστες και στους εθνικιστές.

Σημαντική στάθηκε η ανάπτυξη ενός πολύμορφου κινήματος με περιφρουρήσεις καταλήψεων και στεκιών, πολιτικών και κοινωνικών χώρων στο ευρύτερο κέντρο, που δείχνει πόσο έχουν ωριμάσει τα αντιεθνικιστικά και αντιφασιστικά αντανακλαστικά συνολικά του χώρου, ακόμα και σε μεγάλο κομμάτι που υποτιμούσε το θέμα ή δεν το ιεραρχούσε ψηλά. Οι περιφρουρήσεις αυτές έπαιξαν σημαντικό ρόλο και συμβολικά και πρακτικά (θέατρο Εμπρός) στη ματαίωση του σχεδίου της ΧΑ να δράσει ως τάγμα εφόδου που θα επέβαλλε την ακροδεξιά τρομοκρατία.

Πιο σημαντική ήταν όμως η πραγματοποίηση (δυστυχώς μειοψηφική και στο χώρο της αντικαπιταλιστικής αριστεράς) της διεθνιστικής, αντιφασιστικής, αντιεθνικιστικής συγκέντρωσης στα Προπύλαια. Παρά την οργανωμένη τρομοκρατία και την προκλητική περικύκλωση της αστυνομίας, η συγκέντρωση, με τα δεδομένα της πολιτικής γεωγραφίας που την υποστήριξε, κρίνεται εκτός από απαραίτητη και απολύτως επιτυχημένη. Χιλιάδες αντιφασίστες διαδήλωσαν πολιτικά και περιφρουρημένα στο κέντρο της Αθήνας, σπάζοντας το μονοπώλιο του εθνικιστικού συλλαλητηρίου.

Η οργάνωσή μας έκρινε εξ αρχής εξαιρετικά σημαντικό, και πήρε την πρωτοβουλία προς αυτή την κατεύθυνση, να ακουστεί ένας καθαρός λόγος, μακριά από τα μισόλογα που λέει η πλειοψηφία των οργανώσεων της αριστεράς, υπέρ του δικαιώματος της Δημοκρατίας της Μακεδονίας να αυτοπροσδιορίζεται και να χρησιμοποιεί το συνταγματικό της όνομα και ενάντια στον ρόλο νονού και προστάτη του ελληνικού κράτους. Η μαζικότητα και μαχητικότητα της συγκέντρωσης και το γεγονός ότι συσπείρωσε κόσμο πολύ ευρύτερο του καλέσματος αποδεικνύει πόσο σωστή ήταν η εκτίμηση ότι είναι δυνατόν να γίνει και να πετύχει μια τέτοια δράση, παρά τον δύσκολο συσχετισμό για το θέμα.

Επομένως, η άποψη ότι «θα γίνουμε ρεζίλι» αν κατεβούμε λιγότεροι από το ακροδεξιό συλλαλητήριο φάνηκε στην πράξη ότι ήταν φοβική και λανθασμένη. Αυτή η διαπίστωση δεν έχει κάποιο χαρακτήρα ρεβάνς ή κούφιας αυτοεπιβεβαίωσης, αλλά δείχνει τον δρόμο για τη συνέχεια. Η δημόσια και οργανωμένη πολιτική δράση για το θέμα δεν μπορεί να καλυφθεί μόνο με γενικόλογες ανακοινώσεις, με την υποβάθμιση του φλέγοντος πολιτικού «ζητήματος του ονόματος» στο όνομα μιας άνευρης γενικής πολιτικής ανάλυσης ή με περιφρούρηση του χώρου μας. Η επόμενη δράση, αν τύχει της οργάνωσης και του καλέσματος που της αξίζει, θα είναι ικανή να αμφισβητήσει στα ίσια τον κυρίαρχο λόγο και να σπάσει την κυριαρχία των ιδεών που εκφράστηκαν στο Σύνταγμα.

Θα δουλέψουμε με όλες μας τις δυνάμεις για μια ενωτική κοινωνική και πολιτική πρωτοβουλία για το Μακεδονικό το επόμενο διάστημα. Ήδη μαζί με τις πολιτικές δυνάμεις που συνδιοργανώσαμε την παρουσία μας στις 4/2 (ΕΕΚ,ΟΡΜΑ), αλλά και με άλλες με τις οποίες συμμεριζόμαστε τις διεθνιστικές αντιλήψεις και την ανάγκη για δράση και συντονισμό προχωράμε σε σύσκεψη τη Δευτέρα 12/2 με σκοπό τον καθορισμό των επόμενων βημάτων. Σε αυτή την προσπάθεια προσπαθήσαμε και θα εξακολουθούμε να προσπαθούμε να εμπλέξουμε όλο το δυναμικό των μετώπων στα οποία δουλεύουμε (ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΕΑΑΚ κλπ). Η επιτυχία των δύο διαδηλώσεων μέσα σε μια βδομάδα ενάντια τις φασιστοσυνάξεις για τα Ίμια και η παγίωση ότι ο σχεδιασμός της ΧΑ ακυρώνεται στην πράξη τα τελευταία χρόνια δείχνει πόσο αυτό είναι εφικτό.

Στο πολιτικό επίπεδο, είναι ώρα να ξεπεράσουμε τις αγκυλώσεις και τα μισόλογα και οι διεθνιστικές ιδέες και πρακτικές να κερδίσουν έδαφος μέσα στην εργατική τάξη και τις οργανώσεις της. Η μόνη πραγματική διεθνιστική γραμμή αντιπαράθεσης με τον εθνικισμό, τους κρατικούς σχεδιασμούς, τους υπερεθνικούς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς (ΕΕ, ΝΑΤΟ), είναι η αναγνώριση της Δημοκρατίας της Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα, η πάλη ενάντια στις οικονομικές και πολιτικές εξορμήσεις του ελληνικού καπιταλισμού, είτε αυτόνομα είτε στα πλαίσια των συμμαχιών του, η αναγνώριση των εθνικών μειονοτήτων που ασφυκτιούν μέσα στο έδαφος της Ελλάδας. Η μάχη αυτή ξεκινάει πρώτα από τον ίδιο μας το χώρο. Οι περισσότερες δυνάμεις της διεθνιστικής αριστεράς κράτησαν, για διάφορους λόγους, μεσοβέζικη στάση. Η μάχη αυτή είναι μπροστά μας. Να τη δώσουμε και να την κερδίσουμε.

 

ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, ελληνικό τμήμα 4ης Διεθνούς

Categories: Παρεμβάσεις ΟργανωσεωνΗμερομηνία: 18/02/2018 - 15:30

Ρεαλισμός είναι η ρήξη και η ανατροπή [της Αντωνίας Βαφειάδου]

Μέλος ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

 

Συνέντευξη στον Γιώργο Παυλόπουλο

 

ΑΝΤΑΡΣΥΑ των μελών όχι συντονιστικό οργανώσεων

Είμαστε ανοιχτοί σε κάθε συνεργασία στη βάση του αναγκαίου προγράμματος. Για έξοδο από ευρώ και ΕΕ. Ενάντια στο κεφάλαιο και την κυβέρνηση. Για τη διαγραφή του χρέους και την εθνικοποίηση των τραπεζών με εργατικό έλεγχο. Ενάντια στον φασισμό και τον ρατσισμό, τον ιμπεριαλισμό και τον πόλεμο. Για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ οδεύει προς την 4η Πανελλαδική της Συνδιάσκεψη. Ποια είναι τα βασικά διακυβεύματα και τα ζητούμενα;

Η 4η συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ γίνεται σε μια περίοδο όξυνσης των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων και με τον κίνδυνο ενός γενικευμένου πολέμου να μεγαλώνει. Η περιοχή μας έχει μετατραπεί σε ένα από τα πιο κρίσιμα πεδία του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού. Η συμμετοχή της Ελλάδας στον αντιδραστικό άξονα με Κύπρο-Αίγυπτο-Ισραήλ, ο ρόλος της στα σχέδια των ΗΠΑ-ΕΕ στα δυτικά Βαλκάνια, τοποθετεί τον λαό μας στο επίκεντρο της αστάθειας.

Στο ίδιο εκρηκτικό μοτίβο και η καπιταλιστική κρίση, που δεν δείχνει σημάδια υποχώρησης ούτε καν στην καρδιά του κτήνους, στις ΗΠΑ, όπου το χρέος φτάνει τα 20 τρις δολάρια. Έτσι, όσο κι αν θέλει η κυβέρνηση να μας πείσει ότι γυρίζουμε στην «κανονικότητα», όσο και αν μιλούν για «φως στην άκρη του τούνελ», μετά το 3ο διαφαίνεται και 4ο μνημόνιο, καθώς και παραπέρα κανιβαλική επίθεση στον κόσμο της δουλειάς.

Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να βγει με εξωστρέφεια, να επιδιώξει την έκφραση και τη συμμετοχή της στους εργατικούς και νεολαιίστικους αγώνες, με επεξεργασμένο αντικαπιταλιστικό λόγο και μαζική ενωτική δράση. Να παρέμβει στο εργατικό κίνημα, για την ανασυγκρότησή του ενάντια στον ξεπουλημένο συνδικαλισμό των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, για την ανατροπή της επίθεσης που προκύπτει από την εφαρμογή των μέτρων της 3ης αξιολόγησης. Αλλά, κυρίως, για την αναγκαία συσπείρωση όλου του φάσματος των δυνάμεων που κινούνται σε αντικαπιταλιστική, αντι-ΕΕ και αντιδιαχειριστική κατεύθυνση.

Έχει τη δυνατότητα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να στείλει ένα μήνυμα ελπίδας και συστράτευσης που να ξεπεράσει το «μικρόκοσμό» μας και να ανοίξει νέους δρόμους απέναντι στην επίθεση κυβέρνησης-ΕΕ-κεφαλαίου;

Παρότι ο λαός και το εργατικό κίνημα δεν έχουν ακόμα συνέλθει, υπάρχει ωστόσο αριστερή αναζήτηση προς αγωνιστική διέξοδο. Ένα ευρύ φάσμα του κόσμου έχει καταλάβει ότι ρεαλιστικές δεν είναι οι εύκολες λύσεις, στα πλαίσια του συστήματος, μέσα στο ευρώ και την ΕΕ. Η θεσμολαγνεία και ο κοινοβουλευτισμός, ο αριστερός κυβερνητισμός του ΣΥΡΙΖΑ έχει αποτύχει στη συνείδηση του λαού.

Ρεαλισμός είναι η αμείλικτη πάλη για το δικαίωμα στη δουλειά, την υγεία, τη μόρφωση, για το καθετί που μας έχουν κλέψει. Είναι η ρήξη και η ανατροπή του σάπιου αυτού συστήματος, κι όχι ο εξωραϊσμός του. Αυτός ο δρόμος είναι δύσκολος, αλλά υπάρχουν σήμερα πολλές δυνάμεις που έχουν καταλάβει την αναγκαιότητά του. Πολλαπλάσιες ακόμα και από όσες συγκρότησαν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ πριν δέκα χρόνια.

Οι αγώνες του προηγούμενου διαστήματος, στους οποίους πρωτοστάτησε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και οι προσπάθειες κοινής δράσης και βηματισμού με τις δυνάμεις που αποστοιχίζονται από τον ΣΥΡΙΖΑ και τον ρεφορμισμό, αποτελούν παρακαταθήκη κι ελπίδα.

Μπορεί σήμερα, σε μια στιγμή που οι εθνικισμοί, η ακροδεξιά, βρίσκονται σε άνοδο, η δυσαρέσκεια και η οργή του λαού να στραφεί «αριστερά και αντικαπιταλιστικά»;

Στο χέρι μας είναι. Στη χώρα μας, σε αντίθεση με την Ευρώπη, το λαϊκό κίνημα έχει εμποδίσει την παραπέρα άνοδο της ακροδεξιάς. Η επικίνδυνη πολιτική της κυβέρνησης, που ευθυγραμμίζεται με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, μαζί με την πολιτική της ακραίας φτώχειας των μνημονίων-ΕΕ-ΔΝΤ, τροφοδοτούν τον φασισμό και τον εθνικισμό.

Ποιες δυνάμεις πιστεύεις ότι πρέπει και μπορούν να συσπειρωθούν πολιτικά με βάση το περιεχόμενο της πρότασης αυτής; Πώς αντιμετωπίζεις το ενδεχόμενο εκλογών;

Όλες εκείνες οι δυνάμεις που παρά τους έντονους υποκειμενισμούς και τις περιχαρακώσεις αντιλαμβάνονται πως έτσι δεν πάει άλλο. Που καταλαβαίνουν ότι, στα πολύ βασικά τουλάχιστον, πρέπει να είμαστε καθαροί. Απέναντι στην ΕΕ, το ευρώ, το ΝΑΤΟ. Γιατί αλλιώς δεν αποκρούονται τα σχέδια και οι επιθέσεις της πιο μαύρης αντίδρασης, του φασισμού και του πολέμου, του ιμπεριαλισμού, του κεφαλαίου, της κυβέρνησης.

Όμως, η πολιτική συγκρότηση περνάει και μέσα από τις γενικές πολιτικές αναμετρήσεις των εκλογών. Η συζήτηση για το εκλογικό κατέβασμα δεν μπορεί να γίνεται αυτονομημένα από τη συνολική πολιτική μας δράση και το αναγκαίο πολιτικό πρόγραμμα. Πρέπει να είναι μακράς πνοής και όχι να αποσκοπεί σε καιροσκοπική συγκόλληση. Θα ήταν χρήσιμη μια εκλογική συνεργασία, όχι απλά για τον σχηματισμό κάποιου ψηφοδελτίου για μια εκλογική αναμέτρηση, χωρίς προοπτική, χωρίς επόμενη μέρα. Απ’ ό,τι φαίνεται σήμερα δεν είναι ώριμες οι συνθήκες για μια τέτοια συνεργασία με το ΚΚΕ και τη ΛΑΕ. Ας συγκροτήσουμε σε πιο στέρεη βάση το δικό μας μέτωπο, που θα είναι ανοιχτό και θα συγχωνεύεται με τα πιο αγωνιστικά κομμάτια της τάξης για την απόκρουση της επίθεσης.

Ποια είναι τα πολιτικά και οργανωτικά βήματα που πρέπει να γίνουν το επόμενο διάστημα, με βάση και τους στόχους που θέτουν οι θέσεις για τη Συνδιάσκεψη;

Καταρχάς είναι η ταξική ανασυγκρότηση, με συμμετοχή των μελών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στους εργατικούς και νεολαιίστικους αγώνες και η συνάντηση με τα πιο πρωτοπόρα τμήματά τους. Όχι στη διάχυση σε ένα «πλατύ αντιμνημονιακό μέτωπο». Να επιδιώξουμε τη συγκέντρωση όλων των δυνάμεων γύρω από ένα προωθητικό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα, στην κατεύθυνση της συγκρότησης του πόλου της επαναστατικής Αριστεράς.

Έπειτα, είναι και η οργανωτική ανασυγκρότηση, με ζωντανές τοπικές επιτροπές που αναλαμβάνουν ρόλο στον χώρο τους. Που συνεδριάζουν και παράγουν γραμμή για την παρέμβασή τους. Για μια δημοκρατική και ενωτική ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που δεν προωθεί τη λογική του γκρουπούσκουλου, των τάσεων και των φραξιών αλλά σχεδιάζει με ενιαίο τρόπο τη δράση της. Για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ των μελών και όχι ένα συντονιστικό οργανώσεων.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να φιλοδοξήσει και να παλέψει ώστε η οργή και η απελπισία του κόσμου να αποκτήσει έναν φερέγγυο πόλο στήριξης, προσανατολισμού και συντονισμού των αγώνων σε ανατρεπτική επαναστατική κατεύθυνση. Χρειάζεται αναστύλωση της αυτοπεποίθησης της εργατικής τάξης. Αυτό δεν είναι μια ζαριά. Το κλίμα όμως είναι ευνοϊκό. Χρειάζεται διάλογος, κριτική, αυτοκριτική, κοινή δράση. Πίστη στις επαναστατικές παραδόσεις και προετοιμασία για σκληρούς ταξικούς αγώνες.

Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 4.2.2018

http://prin.gr/?p=19024

Tags: 4η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗCategories: ΔιαλογοςΑποψειςΗμερομηνία: 15/02/2018 - 10:00

Καπιταλισμός και διαφθορά: η μόνη “κάθαρση” είναι η ανατροπή. [του Πάνου Γκαργκάνα]

Καπιταλισμός και διαφθορά: η μόνη “κάθαρση” είναι η ανατροπή. του Πάνου Γκαργκάνα   Το σκάνδαλο Novartis έρχεται να επιβεβαιώσει για άλλη μια φορά ότι ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα βρόμικο αλλά και αποσταθεροποιημένο, ακριβώς γιατί είναι ένα σύστημα που στηρίζεται στον τυφλό ανταγωνισμό ανάμεσα σε αδίστακτα συμφέροντα που ελέγχουν τεράστια κεφάλαια.    Όλα τα στοιχεία είναι εκεί: το σκάνδαλο δεν είναι στενά ελληνικό, είναι διεθνές. Οι αποκαλύψεις ξεκίνησαν από τις ΗΠΑ και στοχεύουν μια πολυεθνική με έδρα την Ευρώπη. Όπως πριν από λίγο καιρό οι αποκαλύψεις για τους ρύπους των εξατμίσεων ήταν ένα σκάνδαλο της Volkswagen που ξεσκεπάστηκε στην Αμερική. Οι εμπορικοί πόλεμοι δεν γίνονται μόνο με δασμούς και υποτιμήσεις νομισμάτων αλλά και με ξεσκέπασμα του “αθέμιτου ανταγωνισμού” των αντίπαλων εταιρειών.   Το σκάνδαλο δεν είναι στενά οικονομικό, αγκαλιάζει (και αποσταθεροποιεί) το πολιτικό σύστημα. Για την ελληνική περίπτωση, αυτό είναι προφανές καθώς εμπλέκονται πρώην πρωθυπουργοί και υπουργοί. Αλλά το ίδιο ισχύει και για άλλες χώρες. Η πολιτική των περικοπών στις δημόσιες δαπάνες για τα κοινωνικά αγαθά και των ιδιωτικοποιήσεων για τις δημόσιες υπηρεσίες είναι ο κοινός παρονομαστής σε όλες αυτές τις περιπτώσεις. Όσο πιο επιθετικά ασκείται αυτή η πολιτική, τόσο πιο πολύ ανοίγουν τα περιθώρια για τα αρπακτικά της αγοράς να μοιράζονται την πίτα με αθέμιτους τρόπους και να διαπλέκονται με τους πολιτικούς φορείς που την προωθούν.   Ταυτόχρονα, αυτός ο κυριολεκτικά φαύλος κύκλος πολώνει τις ταξικές διαφορές μέσα στην κοινωνία και κάνει να τρίζουν οι θεσμοί που προσπαθούν να εξασφαλίσουν τη συναίνεση των πολλών για την ηγεμονία των λίγων ισχυρών του πλούτου. Τα πολιτικά κόμματα που διαχειρίστηκαν τη νεοφιλελεύθερη επίθεση των καπιταλιστών βρίσκονται σε κρίση στην ίδια την καρδιά του συστήματος. Δεν είναι μόνο στην Ελλάδα απλωμένη η οργή για τα λαμόγια και τα σκάνδαλά τους.   Κι όμως, την ίδια ώρα που οι οικονομικές και πολιτικές κρίσεις του καπιταλισμού παίρνουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις, διάφοροι συνωμοσιολόγοι προσπαθούν να κρύψουν αυτή την εικόνα πίσω από ιστορίες για αγρίους. Στην περίπτωση της Novartis έχουμε την ηγεσία της ΝΔ να βλέπει συνωμοσία FBI-Τσίπρα-δικαστικών για να σπιλωθούν “άσπιλα” στελέχη όπως ο Άδωνις και ο Σαμαράς. Η πιο ακραία συνωμοσιολογία στην ιστορία ήταν εκείνη που είχαν κατασκευάσει οι Ναζί για να “ερμηνεύουν” την οικονομική κρίση ως σχέδιο των Εβραίων. Σήμερα, η ακροδεξιά ξαναπιάνει αυτό το μοτίβο, άλλοτε αντισημιτικά ατόφιο, άλλοτε σαν ισλαμοφοβία, πάντα ρατσιστικά ενάντια σε πρόσφυγες και μετανάστες.   Όλα αυτά κάνουν ακόμη πιο επιτακτικό το καθήκον για την Αριστερά να προσφέρει γνήσιες εναλλακτικές λύσεις. Δεν μπορούμε να στηριχτούμε απλά στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες ότι τάχα θα φέρουν “κάθαρση”, γιατί έχουν αποτύχει σε αυτή την προσπάθεια ξανά και ξανά στο παρελθόν. Αλλά και για έναν ακόμη πιο σημαντικό λόγο: δεν αρκεί να τιμωρηθούν μόνο οι πολιτικοί που λαδώθηκαν, πρέπει να κοπεί ο μηχανισμός που οργανώνει συστηματικά το λάδωμα.   Η κρατικοποίηση της φαρμακοβιομηχανίας χωρίς αποζημίωση για τους καπιταλιστές και με επιβολή εργατικού ελέγχου είναι ένα ριζικό μέτρο που έχει διπλό όφελος. Πρώτο, αφαιρεί τον έλεγχο από το βρόμικο κύκλωμα που παίζει παιχνίδια με την υγεία του κόσμου και δίνει τη δυνατότητα στον κόσμο της δουλειάς να προσανατολίσει την παραγωγή στις πραγματικές ανάγκες. Και δεύτερο, μπορεί να κάνει το φάρμακο κοινωνικό αγαθό και όχι εμπόρευμα, ώστε να έχουν πρόσβαση σε αυτό όλοι οι άνθρωποι που σήμερα το στερούνται. Οι γιατροί, οι ερευνητές, οι νοσηλεύτριες και όλοι οι εργαζόμενοι στη βιομηχανία, στο εμπόριο και στην κατανάλωση των φαρμάκων στα νοσοκομεία, μαζί με τους εκπροσώπους των ασθενών μπορούν να ελέγξουν την κατάσταση που τώρα έχει ξεφύγει.     Αυτά μπορούν να είναι βήματα για να φτάσουμε στη συνολική λύση του προβλήματος, την ανατροπή του συστήματος που σαπίζει μέσα στα σκάνδαλά του. Categories: ΔιαλογοςΑποψειςΗμερομηνία: 14/02/2018 - 21:45

Όχι άλλα δώρα στον Μελισσανίδη

H θετική εισήγηση της περιφέρειας Αττικής στην Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για την υπογειοποίηση τριών δρόμων, για την αποκλειστική εξυπηρέτηση των αναγκών του ιδιωτικού γηπέδου του κ Μελισσανίδη, κόστους δεκάδων εκατομμύριων ευρώ με δημόσιο χρήμα, είναι μια ακόμα απόδειξη της εγκληματικής υποταγής της συριζομνημονιακής πλειοψηφίας στα μεγάλα συμφέροντα ενάντια στους κατοίκους της Αττικής.    Η εισήγηση είναι κομμένη και ραμμένη στα σχέδια του Μελισσανίδη, και δεν λάμβανε υπόψη καθόλου, ούτε τους κατοίκους, ούτε τον δήμο, την ώρα που ο μεγαλοεπιχειρηματίας χρησιμοποιεί κάθε είδους τραμπουκισμό και βία για να καταστείλει κάθε φωνή αντίστασης.       Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στάθηκε από την πρώτη στιγμή αντίθεση στο φαραωνικό σχέδιο του ιδιωτικού γηπέδου και την κρατική του χρηματοδότηση, όπως επίσης και στη διάλυση της Ν. Φιλαδέλφειας για να γίνει κερδοφόρο το γήπεδο, στους τραμπουκισμούς και στη βία. Και με τον ίδιο μαχητικό τρόπο στηρίζει και στην αυριανή συνεδρίαση τις παρατάξεις και τους συμβούλους που εναντιώνονται στην καταστροφή.  Categories: ΑνακοινώσειςΑνακοινωσεις-Δελτια Τυπου: Ανακοινωσεις-Δελτια ΤυπουΗμερομηνία: 15/02/2018 - 14:15

Δεν εφησυχάζουμε, συνεχίζουμε πιο αποφασιστικά

ΔΕΝ ΕΦΗΣΥΧΑΖΟΥΜΕ, ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ ΠΙΟ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΑ

Οι οργανώσεις που συνυπογράψαμε την κοινή δήλωση στις 02 Φεβρουαρίου ενάντια στα εθνικιστικά συλλαλητήρια δηλώνουμε ότι:

α) Το συλλαλητήριο στις 4/2/2018 στην Αθήνα, καθώς και οι μετέπειτα εξελίξεις, δηλώσεις κλπ, επιβεβαίωσαν με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο την ανάγκη της πρωτοβουλίας των οργανώσεών μας, για έναν κάθετο διαχωρισμό της Αριστεράς από αυτά. Επρόκειτο  για ένα αντιδραστικό, εθνικιστικό συλλαλητήριο, με κεντρικό σύνθημα η «Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική», χωρίς καμία αντιπαράθεση με τα νατοικά σχέδια στην περιοχή, διοργανωμένο από την ΝΔ, την  Εκκλησία, ακροδεξιές και  εθνικιστές οργανώσεις, με την παρουσία των φασιστών βουλευτών της Χρυσής Αυγής.

Παρόλη την τεράστια κινητοποίηση των δεξιών και ακροδεξιών δυνάμεων και την «επιστράτευση» του θλιβερού Μ. Θεοδωράκη και άλλων δήθεν «προοδευτικών παραγόντων» η συγκέντρωση ήταν πολύ κάτω από τις προσδοκίες των διοργανωτών της. Η συμμετοχή δε θα ήταν πολύ μικρότερη, αν δεν υπήρχε η ενεργή συμμετοχή όλων αυτών των «δήθεν προοδευτικών» που με τη στάση τους υπάρχει ο κίνδυνος να οδηγήσουν σε «συμφιλίωση» τμημάτων του λαού με τον εθνικιστικό λόγο, ή ακόμα και με την παρουσία φασιστών, επιλογή  για την οποίο φέρουν ιστορική ευθύνη.

β) Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, «αξιοποιώντας» και το συλλαλητήριο επιχειρεί να στήσει ένα «δίπολο» ανάμεσα σε αυτήν και την δεξιά και εθνικιστική αντιπολίτευση,. Όμως και οι δύο συναινούν με διαφορετικό τρόπο στην ίδια πολιτική της  αναβάθμισης του ρόλου της ελληνικής αστικής τάξης στην περιοχήπάντα μέσα στα πλαίσια της εξυπηρέτησης των νατοϊκών σχεδιασμών. Ευρύτερα, οι δυνάμεις του συστήματος επιχειρούν μέσα από την καλλιέργεια του εθνικισμού να στρέψουν την αναπτυσσόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια σε ακίνδυνες και βολικές για το σύστημα εθνικιστικές και αντιδραστικές κατευθύνσεις.

γ) Δεν εφησυχάζουμε συνεχίζουμε. Οι μέχρι τώρα μεγάλες αντιφασιστικές  κινητοποιήσεις, η σημαντική επιτυχία της ακύρωσης για μια  ακόμα φορά της φιέστας μίσους από την ΧΑ με αφορμή τα Ίμια στις 03.02, η  μαζική περιφρούρηση των κοινωνικών και πολιτικών χώρων,  η αποτροπή και η απόκρουση των επιθέσεων των φασιστών και του κράτους  στις 04.02 και οι  άλλες κινητοποιήσεις της περιόδου δείχνουν ότι το εργατικό και λαϊκό κίνημα και η αριστερά έχουν την δυνατότητα να αναστρέψουν το κλίμα. Να ηττηθούν τα ακροδεξιά, εθνικιστικά, στοιχεία και πολιτικές, να ηττηθούν τα  ιμπεριαλιστικά σχέδια στην περιοχή μας και η πολιτική εξυπηρέτησης των ευρονατοικών συμφερόντων. Να ανατραπούν οι πολιτικές των μνημονίων  της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ. Να γίνει η οργή του κόσμου  αγώνας για την ανατροπή της πολιτικής κυβέρνησης-ΕΕ-κεφαλαίου.

Δηλώνουμε ότι θα συνεχίσουμε και θα κλιμακώσουμε τις πρωτοβουλίες μας με κάθε δύναμη και αγωνιστή που θέλει να παλέψει σε αυτήν την κατεύθυνση, με σημαντικό σταθμό την επιτυχία της διεθνούς μέρας δράσης στις 17 Μάρτη και άλλες πρωτοβουλίες. Μπορούμε να τους νικήσουμε!

ΟΙ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ

ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Αριστερή Ριζοσπαστική Κίνηση, Ανασύνθεση ΟΝΡΑ, Ξεκίνημα-Σοσιαλιστική Διεθνιστική Οργάνωση, Διεθνιστική Εργατική Αριστερά - Κόκκινο Δίκτυο, Κομμουνιστική Τάση-Νεολαία Ενάντια στον Καπιταλισμό

Categories: ΑνακοινώσειςΑνακοινωσεις-Δελτια Τυπου: Ανακοινωσεις-Δελτια ΤυπουΗμερομηνία: 14/02/2018 - 00:00

Από την αποχώρηση στην επαναστράτευση: Συμβολή σε μια ριζική επανεκκίνηση [Συλλογικό κείμενο]

1. Με το κείμενο αυτό δηλώνουμε την αποχώρησή μας από το Νέο Αριστερό Ρεύμα (ΝΑΡ) και τη νεολαία Κομμουνιστική Απελευθέρωση (νΚΑ). Η επιλογή να επαναστρατευτούμε πολιτικά έξω από τις γραμμές του ΝΑΡ και της νΚΑ είναι μια δύσκολη απόφαση στην οποία δεν καταλήξαμε αβασάνιστα. Η οργάνωση έχει βάλει τη σφραγίδα της στη διαμόρφωση της πολιτικής μας ύπαρξης και η κληρονομιά αυτή θα συνοδεύει και τα επόμενα βήματα μας. Το ΝΑΡ συνέβαλε καθοριστικά στο να κρατηθεί ανοιχτή η κομμουνιστική υπόθεση μέσα στα συντρίμμια της δεκαετίας του ’90 και όλες οι γενιές μελών και στελεχών του ξεχωρίζουν για την ακούραστη και πρωτοπόρα δράση τους στα κινήματα και τις πολιτικο-συνδικαλιστικές συσπειρώσεις. Το ΝΑΡ επέμεινε στη διακήρυξη μιας άλλης Αριστεράς, ενός ταξικά ανασυγκροτημένου εργατικού κινήματος και της επαναθεμελίωσης του κομμουνισμού στις σύγχρονες συνθήκες. Αυτές οι βασικές πλευρές μας ενέπνευσαν, ανεξάρτητα από τη χρονική στιγμή της στράτευσής μας και τις ιδιαίτερες πολιτικές αφετηρίες και διαδρομές τους καθενός και της καθεμιάς. Σήμερα, δυστυχώς, το ΝΑΡ -παρά τις αξιέπαινες πρωτοβουλίες μελών και τμημάτων του- δεν επιλέγει συλλογικά τον αναστοχασμό, τη δημιουργία και τη διάνοιξη νέων δρόμων, αλλά τη συντήρηση δυνάμεων και τη στασιμότητα.

 

2. Η οικονομική και πολιτική κρίση που ξεκίνησε το 2008 δημιούργησε τις προϋποθέσεις ώστε οι διακηρύξεις του ΝΑΡ να κριθούν με αναβαθμισμένο τρόπο στο πεδίο της πράξης. Μέσα στην όξυνση της ταξικής πάλης της περιόδου 2010-12, τη ραγδαία πτώση του βιοτικού επιπέδου του λαού και την πολιτική και κοινωνική ρευστότητα, η αντικαπιταλιστική αριστερά μπορούσε να μετασχηματίσει και να μετασχηματιστεί. Να γίνει χώρος «υποδοχής» νέων ρευμάτων και να υπερβεί τα όριά της. Πιστεύουμε ότι το στοίχημα αυτό, το ΝΑΡ και ο ευρύτερος χώρος της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, το έχασαν. Η αναγνώριση της αποτυχίας αυτής, αν και οδυνηρή, είναι για εμάς καθοριστική για την ανίχνευση θεμελιωδών αδυναμιών και ορίων του ΝΑΡ και όχι μόνο λανθασμένων τακτικών επιλογών.

Η στράτευσή μας καθοριζόταν πάντα από την εκτίμηση ότι το ΝΑΡ και η νΚΑ -παρά τις συμφωνίες και διαφωνίες- είχαν τη δυνατότητα να αποτελέσουν πολιτικό νεύρο και πυροδότη ενός αναγκαίου μετασχηματισμού της Αριστεράς και του κινήματος. Και -γυρίζοντας πίσω, πάνω από μια δεκαετία-  νομίζουμε ότι σε μεγάλο βαθμό αυτό ίσχυε. Η εξέλιξη της πολιτικής συζήτησης του ΝΑΡ και κυρίως η δυναμική που τότε προερχόταν από τον πρωταγωνιστικό ρόλο του στο φοιτητικό-πανεκπαιδευτικό κίνημα του ‘06-‘07, τροφοδότησαν την τολμηρή και απολύτως αναγκαία διαδικασία που στη συνέχεια (και ταυτόχρονα με την εξέγερση του Δεκέμβρη) οδήγησε στη μεγάλη συγκέντρωση του Σπόρτινγκ, το Γενάρη του 2009, και τη συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Την τριετία 2010-2012, τα μέλη του ΝΑΡ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλων οργανώσεων και ομάδων της αριστεράς και του κινήματος, μαζί με χιλιάδες πρωτοπόρους αγωνιστές και αγωνίστριες, έβαλαν τα θεμέλια ώστε να αποτελέσει η αντικαπιταλιστική-ανατρεπτική αριστερά το αντίπαλο δέος. Ήδη όμως, από το διάστημα εκείνο, αναδείχτηκε η βαθιά δυσκολία του ΝΑΡ να πάρει τις αναγκαίες πρωτοβουλίες ώστε να αναβαπτιστεί μέσα στις φλόγες της ταξικής πάλης. Οι αντικειμενικές αλλά και οι υποκειμενικές αδυναμίες και η συχνή υπερτίμηση των πρώτων έναντι των δεύτερων, δεν δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για μια ανατρεπτική πολιτική διέξοδο των αγώνων, κάτι που συνέβαλλε στην ηγεμονία του ΣΥΡΙΖΑ. Το ΝΑΡ φέρει μερίδιο της ευθύνης αυτής κυρίως ως προς την αδυναμία συμβολής στη συγκρότηση ενός προγράμματος και ενός ελκυστικού πολιτικού χώρου που, ακόμα και αν δεν κατάφερνε να ηγεμονεύσει στο κίνημα ή να αλλάξει τη συνολική πορεία των πραγμάτων, θα μπορούσε τουλάχιστον να θέσει τις βάσεις για ένα συνολικό άλμα της ανατρεπτικής αριστεράς.

Ιδιαίτερα από το 2012 και μετά, η αδυναμία πολιτικής τομής μετά το κίνημα των πλατειών και η ραγδαία άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ οδήγησαν το ΝΑΡ σε μια σταδιακή, θεωρητική και πολιτική στασιμότητα και οπισθοδρόμηση. Αυτό μόνο εν μέρει μπορεί να δικαιολογηθεί από την ιεράρχηση του κινδύνου ενσωμάτωσης στο σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ. Η κύρια πλευρά του ζητήματος ήταν η αδυναμία να «ωριμάσουν» οι σωστές επιλογές του ΝΑΡ και η αδυναμία να προχωρήσουν κεντρικές επιλογές ως προς τη μετωπική πολιτική, το μεταβατικό πρόγραμμα και το κίνημα. Κάτι τέτοιο συνέβη και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, χωρίς φυσικά οι ευθύνες να είναι μονομερείς, αλλά με αναμφισβήτητο αποτέλεσμα τη συνολική της υποχώρηση, με αγωνιστές/στριες και οργανώσεις να αποχωρούν και τις τοπικές επιτροπές να γίνονται σταδιακά τυπικοί διεκπεραιωτές εκλογικών καμπανιών ή απλά πεδία εκδήλωσης των αντιπαραθέσεων των οργανώσεων.

Το δημοψήφισμα του 2015 ήταν ένα κρίσιμο σταυροδρόμι σε αυτή την πορεία. Οι πολιτικές επιλογές που επικράτησαν στο ΝΑΡ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αν και φλέρταραν με τη δυνατότητα να συμβάλλουν καθοριστικά στη συσπείρωση του μπλοκ της ρήξης απέτυχαν να αναμετρηθούν ουσιαστικά με τη φιλοδοξία αυτή. Η στάση μετά το δημοψήφισμα του 2015, μετά την πιο ισχυρή στιγμή κλονισμού των θεμελίων του συστήματος στη χώρα, ήταν για εμάς το σημείο τομής ως προς τη δυνατότητα του ΝΑΡ να αποτελέσει πυροδότη των αναγκαίων μετασχηματισμών στην αριστερά και το κίνημα. Η πραγματικότητα που βιώνουμε τα τελευταία δυόμισι χρόνια επιβεβαιώνει την εκτίμηση αυτή. Μετά από μια ταραχώδη δεκαετία, με τις ραγδαίες πολιτικές ανακατατάξεις που σήμαναν μια συνολική αναδιάταξη του πολιτικού συστήματος, η αντικαπιταλιστική αριστερά -και το ΝΑΡ συγκεκριμένα- δεν έχουν καταφέρει να ενισχυθούν πολιτικά, θεωρητικά και οργανωτικά, ούτε να επενεργήσουν θετικά στο πανθομολογούμενο σήμερα πολιτικό τέλμα - αντίθετα, μάλλον το οξύνουν. Ο τρόπος μάλιστα που το ΝΑΡ αποτιμά αυτή την πορεία, τα λάθη και τα χαμένα στοιχήματά της, στοχεύει μονάχα στην αυτοεπιβεβαίωση, και έτσι, όχι μόνο δεν μπορεί να διορθώσει λάθη του παρελθόντος, αλλά τα αναπτύσσει θεωρητικά, ναρκοθετώντας τελικά και το μέλλον.

Αναπτύσσεται μια αποτίμηση του λεηλατημένου φρουρίου, που δεν θωρακίστηκε όσο έπρεπε. Επιλογή αμυντική, που δεν εξηγεί, και εμπεδώνει την ηττοπάθεια του πολιτικού και εκλογικού περιθωρίου. Κάτι τέτοιο, θεωρούμε ότι εκφράζει και η πρόσφατη απόφαση για τον τρόπο και τη μεθοδολογία συγκρότησης του κομμουνιστικού κόμματος. Ακόμη κι αν δεχθούμε ότι το ΝΑΡ αντικειμενικά δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σε καθήκοντα που δεν του αντιστοιχούσαν, δε μπόρεσε να ανταποκριθεί ούτε σε αυτά που του αντιστοιχούσαν. Δε γίνεται να αυτοεπιβεβαιώνεται ένα εμφανώς ανεπαρκές πολιτικό σχέδιο δια της μεγαλύτερης ανεπάρκειας άλλων σχεδίων. Δε γίνεται να υποβιβάζεται η απαίτηση για μια διαφορετική πορεία για την επαναστατική αριστερά και το κίνημα σε ένα «business as usual» της κομματικής ζωής, γιατί «τίποτε άλλο δε μπορεί να γίνει». Ιδιαίτερα, εκτιμούμε ότι το πρόβλημα του ΝΑΡ όπως επισφραγίστηκε και επικυρώθηκε στο 4ο συνέδριο είναι δομικό.

3. Κάθε συγκεκριμένη αλήθεια αν τεθεί στην υπερβολή της χάνει την ουσία της και, αντί να προσανατολίζει, οδηγεί σε παλινωδίες. Ο Λένιν παρουσίαζε ως γελοιογραφία του μαρξισμού το «να σκεφτόμαστε, ας πούμε, ότι από τη μια μεριά θα εμφανιστεί ένας στρατός σε θέση μάχης και θα δηλώσει: ‘εμείς πάμε για το σοσιαλισμό’ και ότι σ’ αυτό το σημείο θα υπάρξει κοινωνική επανάσταση». Ακόμα περισσότερο, η προσκόλληση σε μηχανιστικές και μοιρολατρικές κανονικότητες δεν ανταποκρίνεται στη χαοτική κατάσταση που επικρατεί σε συνθήκες κρίσης.

Η αποτυχία του ΝΑΡ οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε μια τέτοια προσκόλληση. Δεν εμπιστεύεται και δεν αξιοποιεί τις πρωτοπόρες επεξεργασίες, την πολιτική επιρροή και τον οργανωτικό ιστό του δημιουργικά και παραγωγικά για μια αποτελεσματική εργατική απάντηση στην καπιταλιστική κρίση. Αντιθέτως, εγκλωβίζεται σε μια ιδεαλιστική και μηχανιστική μεθοδολογία, στην οποία η «δικαίωση» της επαναστατικής τακτικής είναι πάντα δεδομένη από τον επαναστατικό στόχο της και την κομμουνιστική στρατηγική της. Πρόκειται για μια μεταφυσική πρόσληψη της τακτικής, της στρατηγικής και της σύνδεσης μεταξύ τους, στην οποία η τακτική αυτοαναγορεύεται επαναστατική ανεξάρτητα από το αν στην πραγματικότητα συγκροτεί τους υλικούς όρους προώθησης της επαναστατικής διαδικασίας. Με τον τρόπο αυτό, ουσιαστικά ακυρώνεται η ίδια η πολιτική και η ανάγκη διαμόρφωσης μιας γραμμής μαζών, αν και μόνο ως τέτοια μια γραμμή είναι πραγματικά επαναστατική.

Ο Λένιν σημείωνε στις «θέσεις του Απρίλη», ότι πρέπει να ξέρει κανείς να προσαρμόζει τα σχήματα στη ζωή και όχι να επαναλαμβάνει λέξεις χωρίς νόημα. Η δυστοκία του ΝΑΡ ως προς την ανάγκη διαρκούς αναπροσαρμογής της πολιτικής τακτικής, καθορίζει μια ηττημένη και δογματική ψυχολογία παρέμβασης, όπου κάθε αλλαγή στα συνθήματα, τις κεντρικές αιχμές, τις πρακτικές ή τις συμμαχίες, θεωρούνται αυτόματα παρέκκλιση ή δεξιά στροφή. Αντί η οργάνωση να συζητά και να αποτιμά κάθε πολιτική τακτική, κυρίως ταλαντεύεται και καθορίζεται όχι από την εκάστοτε συγκυρία, αλλά από τις εσωτερικές ισορροπίες, κάτι που συντελεί σε διαδοχικά κύματα αντιπαραθέσεων και αποστρατεύσεων.

Με τέτοιο τρόπο η συζήτηση «για το αναγκαίο περιεχόμενο» καταλήγει σε έναν «περιεχομενισμό» όπου αντί για την αναγκαία διαπάλη πολιτικών γραμμών εντός του κινήματος και των μετώπων, αναπαράγεται μια ατέρμονη διαμάχη διατυπώσεων. Το υπόβαθρο του παραπάνω ζητήματος είναι στην ουσία το πρόβλημα της μετάβασης από το κοινωνικό στο πολιτικό, η συμπύκνωση των ταξικών συμφερόντων της κοινωνικής πλειοψηφίας στην πολιτική, με τη μορφή προγράμματος, πολιτικών στόχων και δομών οργάνωσης. Ένα πρόγραμμα με στόχους που σπρώχνουν τους αγώνες προς τη σύγκρουση, προσανατολίζουν την πάλη ώστε να έχει προοπτική και δεν θέλουν να διαχειριστούν το σύστημα, στο βαθμό που κατακτιέται από ευρύτερα λαϊκά στρώματα, είναι πολύ πιο επαναστατικό από ένα ολοκληρωμένο επαναστατικό πρόγραμμα στα ντοκουμέντα μιας μικρής κομμουνιστικής οργάνωσης. Η καρδιά του αγώνα και μιας μαζικής ανατρεπτικής πολιτικής για την αποδέσμευση μιας χώρας από την ΕΕ και τον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό ασφυκτιά μέσα στον χαρτοπόλεμο γύρω από κείμενα με φοβική-υπερβολική χρήση επιθέτων που φορτώνονται σε διάφορα ουσιαστικά. Αφαιρείται έτσι η δυνατότητα έκφρασης και μετασχηματισμού της κοινωνικής δυναμικής σε πολιτική δύναμη.

Αποτέλεσμα αυτής της λανθασμένης μεθοδολογίας είναι η αδυναμία, ιστορικά, της αντικαπιταλιστικής αριστεράς να σταθεί με νικηφόρο τρόπο στην πολιτική αντιπαράθεση με τις διάφορες εκδοχές του ρεφορμισμού, παρά την αναγνώριση που έχει για την αγωνιστική της στάση. Για μεγάλα κομμάτια του κόσμου, η πολιτική αντιπρόταση του ΝΑΡ φαντάζει ως ιδεολογική τοποθέτηση και όχι ως υλοποιήσιμο πολιτικό σχέδιο. Για αυτό, η ήττα του σχεδίου της αριστερής κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ (που συμπυκνώθηκε στη «συνέχεια του κράτους» και στο «ούτε ρήξη, ούτε υποταγή»), δεν έφερε ενίσχυση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, αλλά είτε γενική απογοήτευση για τη δυνατότητα εναλλακτικής, είτε διαμόρφωση νέων σχεδίων ενσωμάτωσης. Και πολιτικό σχέδιο, φυσικά, δεν είναι μόνο το άθροισμα κάποιων αιτημάτων κρίκων σε μορφή προγράμματος, αλλά μια διαδικασία συγκρότησης ενός ανταγωνιστικού κοινωνικού και πολιτικού μπλοκ εξουσίας με σαφώς καθορισμένο κύριο αντίπαλο και συγκεκριμένους τρόπους και μορφές για την ανατροπή του.

Ο παραπάνω «περιεχομενισμός» δικαιώνει και δικαιώνεται από τον σεχταρισμό. Η σωστή μάχη του ΝΑΡ ενάντια στον οπορτουνισμό και σε υπαρκτές τέτοιες τάσεις στον «χώρο», δίνεται από θέσεις που ο σεχταρισμός γίνεται άλλοθι και θρέφει τον οπορτουνισμό. Η επικράτηση τελικά του πλέγματος σεχταρισμού-οπορτουνισμού οδηγεί όλες τις εκδοχές της αριστεράς στο χειρότερο δυνατό εαυτό τους και σε πλήρη αναντιστοιχία με τις περιστάσεις και την επίθεση του αντιπάλου.

Στις κριτικές για σεχταρισμό που δέχεται (αν και όχι πάντα δίκαια) το ΝΑΡ, η συνηθισμένη απάντηση είναι πως η χρόνια συνύπαρξή του με άλλες δυνάμεις τόσο στους κοινωνικούς χώρους όσο και στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο αποδεικνύουν το αντίθετο. Κι όμως, αυτό δεν αποτελεί πραγματικό τεκμήριο άρνησης περισσότερο ή λιγότερο έντονων σεχταριστικών χαρακτηριστικών. Πρώτα και κύρια γιατί, ακόμα και εντός των υπαρχουσών μετωπικών συγκροτήσεων, ο τρόπος που συγκροτείται η οργάνωση βασίζεται σε μια λογική αέναης αναμέτρησης με διάφορα συμμαχικά ρεφορμιστικά σχέδια τα οποία πρέπει να κατατροπωθούν. Αυτή είναι η μόνιμη μεθοδολογία παρέμβασης στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τα εργατικά και δημοτικά σχήματα, πλέον ακόμα και στην ΕΑΑΚ που, σύμφωνα με όσα ακούγονται εντός της οργάνωσης, έχει «ρεφορμιστική ηγεμονία». Με αυτό τον τρόπο, ακόμα και τα ενωτικά μετωπικά εγχειρήματα αντιμετωπίζονται κατά βάση ως πεδίο αντιπαράθεσης και ίσως αναγκαίο κακό, παρά ως ουσιαστικό εργαστήρι παραγωγής πολιτικής. Οι άλλες αντιλήψεις πρέπει κυρίως να ηττηθούν για να αποδεχτούν ίσως έναν μικρότερο ρόλο έπειτα από κάποιο συμβιβασμό και οι ανένταχτοι αγωνιστές/στριες πρέπει είτε να προσηλυτιστούν είτε να ακυρωθούν. Αυτό δε σχετίζεται κυρίως με την «ενωτική» ή «σεχταριστική» διάθεση του κάθε μέλους, καθώς πράγματι στις πιο αποτελεσματικές απόπειρες παρεμβάσεων στο κίνημα επιτυγχάνεται μια ουσιαστική και κοπιαστική διαδικασία συσπείρωσης. Εκπορεύεται από μια λανθασμένη πρόσληψη της πολλαπλότητας του πολιτικού υποκειμένου και από μια ουσιαστική αναίρεση της μεταβατικότητας της επαναστατικής οργάνωσης.

Όμως στη ζωή δεν υπάρχουν μόνο κεντρικές πολιτικές συμπορεύσεις και συνδικαλιστικά σχήματα. Το ΝΑΡ δείχνει διστακτικότητα και απροθυμία στη δημιουργία ή τη συμμετοχή σε πρωτοβουλίες και κινήσεις που γεννιούνται περισσότερο ή λιγότερο αυθόρμητα μέσα στο κίνημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε, την περίοδο της μεγάλης ανάπτυξης των νεοναζί της ΧΑ, το ερώτημα της συγκρότησης αντιφασιστικών πρωτοβουλιών. Η οργάνωση έδωσε αρνητική απάντηση, είτε στο ερώτημα της δημιουργίας, είτε στο ερώτημα της συμμετοχής σε αυτές, με το σκεπτικό ότι είναι προϋπόθεση να είναι ταυτόχρονα αντι-εε, αντιεργοδοτικές, αντικαπιταλιστικές κλπ. Αντίστοιχη στάση κράτησε σε μεγάλο βαθμό στη συγκρότηση μορφών και δομών αλληλεγγύης στη βάση μιας τοποθέτησης ότι ο αγώνας για την επιβίωση είναι λειψός όσο δε συνδέεται με τον αγώνα για την ανατροπή (χάνοντας στην πραγματικότητα τους τρόπους με τους οποίους μπορεί πράγματι να συνδέεται). Σαφώς υπάρχουν και πολλά παραδείγματα πρωτοπόρων δράσεων και συσπειρώσεων (όπως π.χ. οι εργατικές λέσχες), ωστόσο το ΝΑΡ συνήθως διακατέχεται από μια εστίαση σε κάποιες ήδη διαμορφωμένες συνδικαλιστικές εκπροσωπήσεις, παρά από μια θαρραλέα πολιτική συμπόρευσης και ολόπλευρης συμμετοχής σε κάθε ελπιδοφόρα κίνηση που γεννιέται, από τη ΒΙΟΜΕ και τις Σκουριές, μέχρι τα κοινωνικά ιατρεία, τις καμπάνιες για τον Θεοφίλου και την Ηριάννα και το κίνημα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες. Συχνά, η τελική εμπλοκή του ΝΑΡ συμβάλλει στην ενδυνάμωση κάποιων αγώνων, αλλά μέσω αυτοτελών μορφών και σχημάτων που διαχωρίζουν παρά ενώνουν τους αγωνιζόμενους/ες.

Το βασικό πρόβλημα, δεν είναι φυσικά η διαπάλη για το περιεχόμενο, αλλά η αντίληψη ότι αρκεί το περιεχόμενο για να συγκροτηθούν αγωνιστικά μπλοκ. Όμως η μαζικότητα και η αποτελεσματικότητα είναι αναγκαία κριτήρια που κρίνουν το κατά πόσο συγκροτείται ένα μαχητικό μπλοκ ανατροπής. Αυτό είναι το δίδαγμα που παίρνουμε από κινηματικές μάχες που πρωταγωνίστησαν μέλη του ΝΑΡ και της νΚΑ, και σε ένα βαθμό οδηγεί στη στασιμότητα που υπάρχει σε μια σειρά από χώρους (και κυρίως στο φοιτητικό κίνημα). Μια τέτοια πολιτική λογική είναι τελικά ένα νόμισμα μικρής αξίας για το κομμουνιστικό και ταξικό κίνημα που στην άλλη του όψη έχει την ατολμία, στις κρίσιμες στιγμές. Την ατολμία στο επίπεδο των μαχητικών πρακτικών, των νέων πολιτικών μετωπικών συγκροτήσεων που χρειάζεται το κομμουνιστικό και ανταγωνιστικό κίνημα, των νέων μορφών και δομών πάλης που έχουν ανάγκη οι καταπιεσμένοι/ες.

4. Αυτή η κριτική διαστρεβλώθηκε ως μονόπλευρη εμμονή σε ευρύτερες εκλογικές συνεργασίες. Πράγματι, η συζήτηση στο ΝΑΡ περιστρέφονταν υπερβολικά γύρω από τις εκλογικές καμπάνιες, γίνονταν με αμυντικό τρόπο και με μέθοδο διαχείρισης συναντήσεων κορυφής όπου χάνονταν οι από τα κάτω δυναμικές. Η εκλογική τακτική δεν εντασσόταν στην ευρύτερη υπόθεση της συγκέντρωσης των δυνάμεων της ρήξης. Αυτή τη λογική, αντίθετα, θέλησε να συμπυκνώσει η πρόταση πολιτικής και εκλογικής συνεργασίας του «όχι μέχρι τέλους», που καταθέσαμε ορισμένοι και ορισμένες από εμάς το καλοκαίρι του 2015, σε ένα ρευστό πολιτικό σκηνικό, όπου δεν είχαν αποκρυσταλλωθεί οι πολιτικές εκπροσωπήσεις. Δεν εξέφραζε τη βούληση για μια δίχως όρους εκλογική συνεργασία αλλά κυρίως την αγωνία για την αποτροπή ενός νέου σχεδίου ενσωμάτωσης και την ανάγκη πολιτικών μετασχηματισμών με τη φιλοδοξία αναμέτρησης με τον αντίπαλο. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έπρεπε να επιδιώξει την ηγεμονία μιας ριζοσπαστικής αριστερής γραμμής σε ένα νέο μαζικό πολιτικό και κοινωνικό μπλοκ, και όχι να αισθάνεται δικαιωμένη από την εξέλιξη της ΛΑΕ. Μπορεί κάποιες τολμηρές αποφάσεις σε κάποιες κρίσιμες στιγμές να μην αρκούσαν για να αλλάξουν πλήρως τον ρου της ιστορίας, ωστόσο, ίσως, μπορούσαν να αποτρέψουν το μέγεθος της πολιτικής ήττας και στασιμότητας που βρισκόμαστε σήμερα και να συμβάλλουν στην αναμέτρηση με άλλους δρόμους και μεθοδολογίες.

Οι πρωτοβουλίες που ελήφθησαν στη συνέχεια, από διάφορους/ες από εμάς, είχαν ως κοινό τόπο την ενίσχυση μιας τέτοιας υπόθεσης. Ορισμένοι/ες από εμάς προχωρήσαμε στη συγκρότηση της ιστοσελίδας k-lab, ως έκφραση της επιδίωξης κοινών βηματισμών με κομμάτια που αποχωρούσαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά στο χώρο της νεολαίας. Η βούληση για κοινούς τόπους με το μαζικό νεολαιίστικο δυναμικό του ευρύτερου «χώρου» κατέληξε στην εκδήλωση των site τον Οκτώβρη του 2015 στο κτίριο των αρχαιολόγων, αλλά και στη συζήτηση για τα 10 χρόνια από το κίνημα του '06-'07. Παρά τη μερικότητά τους, οι πρωτοβουλίες αυτές, ανέδειξαν τις δυνατότητες ενός δρόμου πλατιάς απεύθυνσης και συγκρότησης, τον οποίο το ΝΑΡ και η νΚΑ επέλεξαν να αρνηθούν. Από το 2015, υπήρχε η δυνατότητα για διεύρυνση και μετασχηματισμό της ΕΑΑΚ, ώστε να επακανατοχυρώσει μια ταυτότητα πολιτικού βραχίονα του φοιτητικού κινήματος. Η νΚΑ δεν επέλεξε να πρωταγωνιστήσει σε αυτή την προσπάθεια αδυνατώντας να αποτρέψει την εξέλιξη προς το σημερινό αδιέξοδο. Υποστηρίξαμε την ανάγκη για μια πλατιά πολιτική και κινηματική πρωτοβουλία στη νέα γενιά και ειδικά στα πιο πληττόμενα στρώματα της εργατικής νεολαίας. Η οργάνωση το αρνήθηκε ακόμα και ως διατύπωση στο 4ο συνέδριο της νΚΑ. Υπηρετήσαμε την πλατιά συγκρότηση μορφών του κινήματος στο προσφυγικό, το δημοκρατικό, το αντιφασιστικό, το κίνημα στις γειτονιές, το φεμινιστικό-ΛΟΑΤΚΙ, το αντιιμπεριαλιστικό, το περιβαλλοντικό κ.α. με ένα εύρος δυνάμεων και αγωνιστών/στριών ανάλογα με το θέμα, συχνά απέναντι στη δυστοκία της οργάνωσης. Σε κεντρικό επίπεδο, προτείναμε ουσιαστικές ενωτικές πρωτοβουλίες για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που δεν υλοποιήθηκαν, με τα γνωστά σημερινά αποτελέσματα.

Ίσως τα παραπάνω να φαίνονται «βαριά», όμως επιλέγουμε να μιλήσουμε με ειλικρίνεια για τις πολιτικές αντιθέσεις, έχοντας ταυτόχρονα την πιο βαθιά εκτίμηση για τον κάθε ένα και την κάθε μια, που, μέσα σε τόσο αντιφατικούς καιρούς, επιλέγει τη κομμουνιστική στράτευση. Τους δεσμούς αυτούς, δε τους μηδενίζουμε. Είναι ο λόγος που, ακόμα και στα τελευταία χρόνια της βαθιάς πολιτικής μας διαφωνίας, αποτελέσαμε  κομμάτι της συλλογικής δουλειάς, ειδικά σε τομείς που αυτή μετρούσε βήματα, όπως σε πλευρές στο εργατικό κίνημα (με πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα το Radical IT), την τοπική αυτοδιοίκηση, το προσφυγικό, σε μετωπικά εγχειρήματα, στη θεωρία και τον πολιτισμό. Όμως, η δομική μας διαφωνία με τους προσανατολισμούς και τη φυσιογνωμία του ΝΑΡ, μας οδηγεί στην απόφαση να αναμετρηθούμε αυτοτελώς ειδικά με τα κύρια σημεία που θεωρούμε ότι το ΝΑΡ απέτυχε. Η αποχώρησή μας είναι και μια έμπρακτη αυτοκριτική γιατί έχουμε αποτελέσει κομμάτι του προβλήματος και δεν αποποιούμαστε τις ευθύνες για τις δικές μας επιλογές, ανοχές και σιωπές. Φαίνεται ίσως να εντείνουμε το πρόβλημα του κατακερματισμού, όμως, προσφέρει τις χειρότερες υπηρεσίες στο κίνημα η τυπική διατήρηση μιας πολιτικής ταυτότητας, η εθιμοτυπική παρουσία σε διαδικασίες ή η στράτευση σε κάποια δευτερεύουσα πλευρά της γραμμής. Κατανοούμε τις δυσκολίες αυτής της επιλογής, ή την πίκρα που μπορεί να αισθανθούν σύντροφοι και συντρόφισσές μας. Ξέρουμε ότι η μισή μας καρδιά ήταν και θα είναι στους ανθρώπους του ΝΑΡ και της νΚΑ.

Αν όμως η μισή μας καρδιά βρισκόταν στο ΝΑΡ και τη νΚΑ, η άλλη μισή βρισκόταν στους συντρόφους και τις συντρόφισσες που κάπου ένιωσαν να χάνονται στη διαδρομή. Καταλαβαίναμε ότι πολύτιμοι άνθρωποι, άλλοτε με προσωπικές υποχρεώσεις, άλλες φορές από κούραση και ανάγκη για πολιτικά διαλείμματα, διάλεγαν τη μερική στράτευση ή σιωπηρούς δρόμους αποστράτευσης. Δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι τα προσωπικά προβλήματα ήταν τα καθοριστικά. Εκτιμούμε ότι η βαθύτερη ανάγκη να εκφραστούν πλευρές μιας γραμμής ανατρεπτικού ρεαλισμού και ενός πολιτισμού δημιουργικής συμμετοχής έβρισκαν, σε τελική ανάλυση, μπροστά τους τοίχο. Δεν εκπροσωπούμε όλες αυτές τις απόψεις, ούτε μιλούμε εξ ονόματός τους. Όμως αναγνωρίζουμε την αδυναμία του ΝΑΡ να εντάξει τις διάφορες γενιές και πλευρές πολιτικοποίησης στον πυρήνα του πολιτικού του σώματος. Κι εμείς δίναμε συχνά εύκολες εξηγήσεις που συνηγορούσαν σε προσωπικές ανεπάρκειες και όχι σε συλλογικές ευθύνες. Θεωρούμε ειλικρινά ότι πλευρές αυτής της σιωπηρής ή μερικής αποστράτευσης χιλιάδων όλα αυτά τα χρόνια είναι κομμάτι και της δικής μας συλλογικής ταυτότητας.

Οι πολιτικές διαφωνίες μπορούσαν να υπάρχουν στο βαθμό που δεν αναιρούσαν κεντρικές πολιτικές επιλογές και «κεκτημένα». Όταν υπήρχε η ανάγκη να εκφραστούν πιο συνολικές κριτικές χωρίς να «τραυματίζουν» το ΝΑΡ, οι επιλογές ήταν δύο. Είτε αποδοχή της γραμμής με συμμετοχή στο συνδικαλιστικό σχήμα και χώρο με μισή καρδιά, είτε σιωπηρή αποστράτευση αφήνοντας μόνο ένα σημείο πολιτικής αναφοράς της μορφής «δεν συμφωνώ ιδιαίτερα αλλά εγώ εδώ ανήκω». Κατά καιρούς διάφοροι/ες από εμάς κάναμε και τα δύο. Δυστυχώς αυτό δεν είναι μόνο η «δική μας» ιστορία αλλά η ιστορία των οργανώσεων της αριστεράς. Δεν αποδεχόμαστε ότι αυτός ο φαύλος κύκλος δεν θα σπάσει ποτέ. Προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε με μία φλέβα βαθύτερης πολιτικοποίησης ιδιαίτερα της δικής μας γενιάς. Ρητοί και άρρητοι δεσμοί συλλογικών ταυτοτήτων και στρατεύσεων, εντός και εκτός των τωρινών οργανώσεων, μπορούν και πρέπει να βρουν νέα διέξοδο «ξαναρχίζοντας από τη μέση». Δηλώνουμε παρόντες και παρούσες και καλούμε σε τολμηρές αποφάσεις και επαναστράτευση.

«Να γυρίζεις - αυτό είναι το θαύμα - με κουρελιασμένα μάτια, με φλογωμένους κροτάφους απ’ την πτώση, να γυρίζεις στην καλή πλευρά σου.»

«Διάλογοι», Νίκος Καρούζος

5. Η επαναστράτευση στην οποία καλούμε δε θα πατήσει σε ένα έτοιμο πολιτικό σχέδιο. Αντίθετα, αποφασίζουμε να περπατήσουμε σε ένα μονοπάτι που θα ξεδιπλώνεται σε κάθε μας βήμα. Δεν αφήνουμε μετέωρα τα θεμέλιά μας, σε ένα ατέρμονο ταξίδι αναζήτησης. Διατηρούμε ακλόνητη την πίστη στην κομμουνιστική προοπτική, την ανάγκη επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού, τη δυνατότητα της σύγχρονης εργατικής τάξης να ανοίξει το δρόμο για τη χειραφέτηση της ανθρωπότητας, και την ανάγκη συγκεκριμένων επεξεργασιών για κάτι τέτοιο. Όμως δεν λείπει σήμερα άλλη μια μικρή οργάνωση με γενικές μαρξιστικές αναφορές. Θέλουμε να δώσουμε τον εαυτό μας για την αναίρεση της βασικής μεγάλης απώλειας των καιρών μας: Για ένα σύγχρονο πολιτικό υποκείμενο που θα υπερβεί-ανασυνθέσει τις υπάρχουσες αριστερές ομαδοποιήσεις, που θα διαμορφώσει μια νέα κουλτούρα στράτευσης και αυτοπειθαρχίας πέρα από τους ατέρμονους διαπληκτισμούς και τις διαδικτυακές ατομικότητες, που θα αναμετρηθεί στα ίσια με τον αντίπαλο με πραγματική διάθεση να τον ανατρέψει. Και –το κυριότερο– που θα αποκτήσει εκείνες τις κοινωνικές, ταξικές ρίζες και την αναγκαία μαζικότητα, ώστε να γίνει το πραγματικό όπλο των αγωνιζόμενων.

Δεν πετάμε στα σύννεφα. Ξέρουμε τις δυσκολίες της εποχής. Γνωρίζουμε τη μερικότητα και ανεπάρκεια του συλλογικού μας εαυτού. Η δική μας ταυτότητα αντλεί τα στοιχεία της από την ιδιαίτερη πολιτικοποίηση που διαμόρφωσαν οι νέες γενιές στους αγώνες των τελευταίων δυο δεκαετιών. Υπερασπιζόμαστε αυτή τη συλλογική ταυτότητα, αλλά θέλουμε να φτιάξουμε νέους κοινούς τόπους με αγωνιστές/τριες και ρεύματα που φέρουν τις δικές τους πολιτικές ταυτότητες και κληρονομιές. Από την εμπειρία και τον πλούτο των παλαιότερων λαϊκών αναμετρήσεων, μέχρι τη δυναμική των νεώτερων γενεών. Από τις διαδρομές σε άλλες πολιτικοποιήσεις που προέρχονται από το ΚΚΕ και την αριστερά της κομμουνιστικής ανανέωσης, μέχρι τις συλλογικότητες του εξωκοινοβουλίου, του αναρχικού χώρου και, φυσικά, του ευρύτερου «χώρου» της ΕΑΑΚ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ – όλες εκείνες τις δυνάμεις που δεν υποτάχθηκαν στη μνημονιακή διαχείριση του ΣΥΡΙΖΑ. Περισσότερο από όλα, γνωρίζουμε την ανεπάρκεια των σχέσεων μας με πλατιές εργατικές μάζες και ιστορικές δομές του εργατικού κινήματος. Θέλουμε να συνευρεθούν δημιουργικά και χωρίς εμμονές όλες αυτές οι ταυτότητες, οι ηλικίες, οι πολιτικοποιήσεις και οι κοινωνικές αναφορές. Με διάθεση, να γεννηθούν νέες ταυτότητες που θα περιγελούν τη μερικότητα των παλαιότερων. Για αυτή τη νέα, την «κομμουνιστική ταυτότητα» του μέλλοντος, αποφασίσαμε να «θυσιάσουμε» την πολιτική μας ταυτότητα του παρόντος.

Αποφασίσαμε να αφήσουμε πίσω την σιγουριά μιας οργανωτικής ταυτότητας για να συμβάλλουμε, με τον πιο ανοιχτό και έντιμο τρόπο, στην διερεύνηση της δυνατότητας συγκρότησης ενός χώρου που θα περιλαμβάνει συντρόφους και συντρόφισσες από διαφορετικές οργανώσεις και ρεύματα, ανένταχτους αγωνιστές και αγωνίστριες που βρεθήκαμε μαζί τα τελευταία χρόνια στο δρόμο, στους αγώνες στις καταλήψεις, στις συγκρούσεις και στις διαδηλώσεις. Όχι ως ένας νέος «χυλός», αλλά στη βάση των πραγματικών δυνατοτήτων που θεωρούμε ότι υπάρχουν, και των κοινών τόπων, με υψηλό επίπεδο ουσιαστικής πολιτικής συμφωνίας, που έχουν διαμορφωθεί - και ταυτόχρονα, με διαφορετική μεθοδολογία. Είναι αναγκαίο αυτό το τεράστιο δυναμικό να βγει στο προσκήνιο. Η νέα γενιά, της ανεργίας, του 400ευρου, της μετανάστευσης, της διαλυμένης προοπτικής αλλά των μεγάλων ονείρων και αγώνων, είναι η ώρα να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Αν αυτή δεν το κάνει, καμία ανατροπή σε αυτή τη χώρα δε θα έρθει.

Γι’ αυτό απαιτείται και ένα διαφορετικό οργανωτικό μοντέλο που θα αίρει στην πράξη τις παθογένειες, και θα παλεύει αδιάκοπα και καθημερινά ενάντια στην καπιταλιστική κληρονομιά της ανάθεσης, της γραφειοκρατίας, του παραγοντισμού, και της διάκρισης πνευματικής-χειρωνακτικής εργασίας. Θα διασφαλίζει συλλογικά την ισότιμη συμμετοχή και συνδιαμόρφωση με εναλλαγή σε όλες τις θέσεις. Θα συμπεριλαμβάνει τα πιο πληβειακά τμήματα της κοινωνίας και τη νεολαία της επισφάλειας. Θα αποτελεί χώρο υποδοχής για τα υποκείμενα πολλαπλών καταπιέσεων και αγώνα (μετανάστες/στριες, γυναίκες, LGBTQ άτομα, ΑΜΕΑ) από τον χώρο εργασίας μέχρι όλους τους τομείς της κοινωνικής αναπαραγωγής. Χρειάζεται ένα άλλο παράδειγμα στράτευσης, συλλογικής επεξεργασίας και πολιτικής κουλτούρας. Μια διαφορετική διαχείριση του χρόνου των ανθρώπων, που θα σέβεται τις προσωπικότητες και τους συλλογικούς στόχους. Μια νέα κουλτούρα ανάπτυξης, σύνθεσης και επίλυσης αντιθέσεων, που θα αντλεί δύναμη από τις διαφορετικές εμπειρίες, αντί να τις αντιπαραθέτει αιωνίως. Η πολιτική στράτευση δεν μπορεί να είναι βαρίδι και καθηκοντολογία. Θέλουμε να ξαναξυπνήσει εκείνο το πάθος για την πολιτική πάλη που νιώσαμε στις μεγάλες στιγμές του κινήματος τα τελευταία χρόνια, τον ενθουσιασμό της συμμετοχής στη συλλογικότητα.

Πιστεύουμε πραγματικά ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει. Η αριστερά (δυστυχώς, και η επαναστατική αριστερά) απέτυχε να εκφράσει, και να δώσει νικηφόρα προοπτική στις λαϊκές διεκδικήσεις. Όμως η κρίση του συστήματος και η αδυναμία επιστροφής σε μια σταθερότητα σε παγκόσμιο επίπεδο, δείχνει ότι το ρήγμα παραμένει ενεργό. Φιλοδοξούμε να σηκώσουμε το γάντι και να αναμετρηθούμε με το πένθος, την παραίτηση και την αμηχανία της προηγούμενης διετίας. Η στάση μας αποτελεί έμπρακτη κριτική και αυτοκριτική, ως αναγκαίο βήμα για την υπέρβαση των αρνητικών πλευρών του συλλογικού μας εαυτού. Τα όρια της υπάρχουσας αριστεράς είχαν ήδη γίνει ορατά στα δυόμισι χρόνια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, όμως ειδικά στη σημερινή συγκυρία με την αναζωπύρωση του ακροδεξιού εθνικισμού φαντάζουν ακόμα πιο ασφυκτικά. Η κατάσταση πρέπει να πάει αλλιώς.

Χρειαζόμαστε θαρρετή στροφή σε πειραματισμούς και νέες, μαχητικές και «ανορθόδοξες» μορφές αντίστασης, με στόχο την κατάκτηση συγκεκριμένων νικών και την αναπτέρωση του ηθικού των καταπιεσμένων. Η ανάπτυξη μορφών λαϊκής συλλογικής αντιβίας και δομών-οργάνων αλληλοβοήθειας, λαϊκής βούλησης και αυτοδιαχείρισης, λαϊκών επιτροπών ως πρωτότυπα εργαστήρια πραγματικής δημοκρατίας, λαϊκής αυτενέργειας, συλλογικής ευφυΐας, αλληλεγγύης και αντίστασης, αποτελούν κρίσιμες πλευρές της συζήτησής μας. Με αυτή τη λογική τίθεται η επιδίωξη της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, με άξονα την ενίσχυση του εξωκοινοβουλευτικού αγώνα. Θέλουμε να συμβάλλουμε στη συγκρότηση και ανάπτυξη ενός σύγχρονου ταξικού, ανταγωνιστικού μπλοκ, που θα έχει στο στόχαστρο τη μνημονιακή πολιτική και τις κυβερνήσεις της, την Ε.Ε, το ΝΑΤΟ, την ελληνική αστική τάξη, τον ιμπεριαλισμό και το φασισμό. Με δική του πολιτική αντίληψη και σκέψη, όπου το κριτήριο της δράσης θα επανέλθει, αναγνωρίζοντας ότι είναι οι πολιτικές πρωτοβουλίες που φέρνουν αποτελέσματα και εν τέλει μπορούν να αναδιατάξουν τους συσχετισμούς. Τέτοιες πρωτοβουλίες θέλουμε να στηρίξουμε, σε υπάρχοντα εγχειρήματα (μετωπικά σχήματα, εργατικές λέσχες, αντιφασιστικά στέκια, εργατικές κινήσεις, πρωτοβουλίες ανέργων) και συμβάλλοντας στη δημιουργία νέων. Θέλουμε ακόμα να συμβάλλουμε ώστε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να αναμετρηθεί με τα παραπάνω σημεία, με την ουσιαστική δημοκρατική της εμβάθυνση αλλά και με την ανάγκη διεύρυνσης-υπέρβασής της, μέσα από μια νέα στιγμή εκκίνησης.

Θέλουμε να αναμετρηθούμε με τα ερωτήματα της εποχής: Πώς θα ανασυγκροτηθεί το λαϊκό, εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα; Ποια μπορεί να είναι μια σύγχρονη θεωρία μετάβασης προς το σοσιαλισμό-κομμουνισμό, τι σημαίνει αυτό για τα θέματα του κράτους, της κυβέρνησης και της εξουσίας; Ποιός μπορεί να είναι ένα σύγχρονος αντικαπιταλιστικός και αντί-ιμπεριαλιστικός δρόμος μέσα στο διεθνή συσχετισμό δυνάμεων και την παγκόσμια κρίση; Τι σηματοδοτεί ο θανάσιμα επικίνδυνος τρόπος όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και της πολεμικής απειλής στην εποχή μας, και πώς μπορούμε να σαμποτάρουμε την σχέση της Ελλάδας με τους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ, της ΕΕ και του Ισραήλ, στα πλαίσια μιας έμπρακτης αλληλεγγύης στους λαούς που αγωνίζονται κόντρα σε τέτοιους σχεδιασμούς; Τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε από τις εμπειρίες της Ελλάδας και του Ευρωπαϊκού Νότου αλλά και από εγχειρήματα όπως στη Λατινική Αμερική, τη Ροζάβα, την Ανατολική Ουκρανία κ.α.; Πώς μπορούμε πραγματικά να ζήσουμε χωρίς χρέος και ευρώ και να ανασυγκροτήσουμε την παραγωγή σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση λαμβάνοντας υπόψη τη σύγχρονη συζήτηση για τη φύση, τα κοινά αγαθά και τις κοινωνικές ανάγκες; Τι συγκεκριμένες μορφές παίρνει η ανειρήνευτη μάχη με το διαρκές καθεστώς έκτακτης ανάγκης που σήμερα γιγαντώνεται; Πως θα υπερασπιστούμε μαχητικά τις δημοκρατικές ελευθερίες, τα δικαιώματα πολιτικών και ποινικών κρατουμένων, κόντρα στους τρομονόμους και την ένταση της καταστολής; Ποιοι είναι οι όροι συγκρότησης ενός πολύμορφου, μαχητικού, αντιφασιστικού μετώπου; Τι σηματοδοτεί, για τα κινήματα και τα πολιτικά υποκείμενα, η σημερινή ταυτόχρονη διεύρυνση και κατακερματισμός του υποκειμένου της χειραφέτησης; Δεν έχουμε τη λύση για όλα αυτά. Είμαστε όμως αποφασισμένοι/ες να συμβάλλουμε στο άνοιγμα δρόμων πλατιάς, ουσιαστικής συζήτησης και θεωρητικής αναζήτησης, και παράλληλων συγκεκριμένων πρωτοβουλιών, όπου όλα αυτά θα αναμετριούνται με το απόλυτο κριτήριο της πράξης.

Οι συλλογικότητες της αριστεράς σήμερα, δυστυχώς δεν λειτουργούν προωθητικά ούτε για την αναγκαία συσπείρωση δυνάμεων, ούτε για την πλατιά μαχητική κοινή δράση, ούτε για τον αναγκαίο διάλογο για το θεωρητικό επανεξοπλισμό. Ειδικά όσο κυριαρχεί μια χαμηλών προσδοκιών στάση που εξαντλείται στη συντήρηση δυνάμεων και στη λογική του «μονόφθαλμου» που βασιλεύει στους τυφλούς. Σε μια αέναη μάχη για κάποιον τελικό νικητή, λειτουργούν συχνά ως δυνάμεις συντήρησης, περιχαράκωσης και θεωρητικού δογματισμού. Παρόλα αυτά, τόσο η εμπειρία και η οργανωτική τους δύναμη, όσο και οι θεωρητικές συνεισφορές τους, είναι αναγκαία συστατικά μιας νέας στράτευσης. Δεν ξέρουμε πως μπορεί να ξεπεραστεί αυτή η αντίφαση, όμως πιστεύουμε ότι η αναγνώριση της είναι το πρώτο βήμα, και θέλουμε να συμβάλλουμε στην υπέρβασή της. Κυρίως όμως μας ενδιαφέρει η συμπόρευση με τη μεγαλύτερη οργάνωση της αριστεράς, τον κόσμο που βρίσκεται εκτός των οργανώσεων της. Δε τον καλούμε να πειστεί από μια κάποια «προκατασκευασμένη» γραμμή. Με τα πλατιά πρωτοπόρα αγωνιστικά μπλοκ αλλά και με συντρόφους και συντρόφισσες από τις οργανωμένες δυνάμεις της αριστεράς, θέλουμε να συμβάλλουμε στη συνδιαμόρφωση του σύγχρονου επαναστατικού-κομμουνιστικού υποκειμένου. Όχι ως μια ατελείωτη πορεία συναντήσεων αντιπροσώπων, αλλά ως αποτέλεσμα μιας ανοιχτής, «από τα κάτω» διαδικασίας που θα θέτει στο επίκεντρο τον οργανωμένο λαό, θα προτάσσει μια νέα συλλογική αφήγηση, μια νέα σχέση θεωρίας και πράξης, μια εκ νέου κατοχύρωση του ηθικό-πολιτικού φορτίου του κομμουνιστή/στριας, της σχέσης τους με τον λαό και την πραγματική κίνηση των μαζών, και μια νέα ματιά στην πολιτική, με βάση την πολυτασικότητα, ως ζήτημα ουσίας και όχι απλώς δημοκρατίας. Και αν όλα αυτά προϋποθέτουν τη σημερινή μας, διαφορετική πορεία, από κάποιους συντρόφους και συντρόφισσές μας, ας είναι για νέους κοινούς τόπους στο μέλλον. Εξάλλου, όπως έλεγαν και οι Tupamaros “Τα λόγια χωρίζουν, οι πράξεις ενώνουν”. Εμείς θέλουμε ακλόνητα και σήμερα να επικυρώσουμε αυτή μας τη στράτευση, και την εμπιστοσύνη μας στην πραγματική δυνατότητα, και να συμβάλλουμε από κοινού με άλλες δυνάμεις στο κορυφαίο ζήτημα της εποχής μας, τη στρατηγική για τον κομμουνισμό του 21ου αιώνα.

«Κάτι μας λέει πως οι επιθυμίες μας είναι επιθυμίες πολλών και πάμε να τους βρούμε»

Ιστορίες του γερο-Αντόνιο, Subcomandante Marcos

Όλα τα στοιχεία που θέσαμε στο κείμενο αυτό, για τους επόμενους βηματισμούς μας, τις αναγκαίες πρωτοβουλίες, την ανασυγκρότηση αυτού του τόσο αναγκαίου «εμείς» της ρήξης, θέλουμε να τα συζητήσουμε και επεξεργαστούμε μαζί με όλους όσους και όσες εντάσσουν τον εαυτό τους, ατομικά και συλλογικά, σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Θέλουμε να συμβάλλουμε στην αναδημιουργία του τόπου συνάντησης όλων αυτών των ρευμάτων, που με διαφορετικές αφετηρίες, συγκλίνουν σε μια τέτοια αναγκαιότητα. Θέλουμε τα αόρατα νήματα που ξέρουμε ότι μας ενώνουν, να γίνουν ορατά, τα υπόγεια ρεύματα να αναδυθούν. Νιώθουμε ότι, έστω και δειλά, τα περάσματα σιγά σιγά ανοίγουν. Ξέρουμε ότι σήμερα, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει χωρίς τομές, σε πολλά επίπεδα, σε ατομικές και συλλογικές στρατεύσεις και σύγκρουση με τα πράγματα «όπως τα έχουμε συνηθίσει». Είναι δύσκολο αλλά αναγκαίο, και ενδεχομένως, το μόνο πραγματικά ελπιδοφόρο. Θέλουμε όλοι και όλες εμείς που ζήσαμε την τελευταία δεκαετία τι πάει να πει συλλογική στράτευση, σκοπός κι εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας και το διπλανό μας, να συναντηθούμε ξανά. Μάλιστα, θέλουμε να ανά/μετρηθούμε ξανά, να δούμε πόσοι/ες είμαστε. Μα πιο πολύ, να δούμε πόσοι/ες μπορούμε να γίνουμε. Θέλουμε να επανακατοχυρώσουμε ότι είμαστε μαζί γιατί μας ενώνει το ανικανοποίητο, η ανυπακοή, η διάθεση να κάνουμε κάτι, η ανυποταξία: η φλόγα της αναμέτρησης στα ίσια με τον αντίπαλο που όσο κι αν αλλάζει ονόματα και μορφές, όσο κι αν κλονίζεται, καταφέρνει ακόμα να επικρατεί. Πιστεύουμε βαθιά, ότι δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα. Χρειαζόμαστε μια ριζική αλλά φιλόδοξη επανεκκίνηση.

Το κείμενο αυτό επιδίωξε να περιγράψει διαδρομές, κριτικές και εναλλακτικές για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Η συγκεκριμένη ηλικιακή σύνθεση όσων υπογράφουμε (μεταξύ 20 και 40 ετών), μπορεί να φέρει ένα δυναμισμό και μια έντονη θέληση να πάνε αλλιώς τα πράγματα, αλλά ταυτόχρονα φέρει και τα αντίστοιχα όρια. Έχουμε πλήρη επίγνωση των ορίων, κυρίως αυτών που σχετίζονται με την ανάγκη «οικοδόμησης» σχέσεων, συμμαχιών και συσχετισμών που θα σταθούν στο ύψος των περιστάσεων, που δε θα χάνουν τα ταξικά γυαλιά, που θα ορίζουν με σαφήνεια τον αντίπαλο και θα θέτουν κάθε φορά τη διαχωριστική γραμμή με τρόπο που να πηγαίνει το επαναστατικό σχέδιο προς τα μπροστά. Σε αυτό το «σχέδιο υπό κατασκευή» θα είμαστε σε επαφή με όλες τις γενιές πολιτικοποίησης. Τις πρώτες μας πρωτοβουλίες σε αυτή την κατεύθυνση θέλουμε να τις πάρουμε μαζί με συντρόφους και συντρόφισσες που, από άλλες ίσως αφετηρίες και με διαφορετικές διαδρομές, συγκλίνουν στις βασικές παραδοχές και είτε έχουν επιλέξει να αποχωρήσουν από το ΝΑΡ και τη νΚΑ, είτε δεν ήταν ποτέ μέλη τους.

Άμεσα, καλούμε ως πρώτο βήμα, συζήτησης και κατάθεσης πιο συγκεκριμένων επεξεργασιών και προτάσεων, τις οργανώσεις νεολαίας της αντικαπιταλιστικής αριστεράς αλλά και τους ανένταχτους αγωνιστές και αγωνίστριες, τον κόσμο της αντίστασης, του αγώνα και των κινημάτων, σε ανοιχτή εκδήλωση- συνέλευση διαλόγου με τίτλο:

«Να φτιάξουμε τον τόπο όπου θα συναντηθούμε ξανά.»

Αβραμίδης Χρήστος

Ανδρίτσος Θάνος

Βαρελίδου Έλσα

Βαχαβιώλου Νίκη

Γαϊτάνου Ειρήνη

Γούσης Κώστας

Δασκάλου Ελεάνα

Ζαραμπούκα - Χατζημάνου Νιόβη

Ζαρκάδα Θεοφανία

Ζαρκάδα Σαββίνα

Ζαφειρόπουλος Μιχάλης

Θεοδοσίου Αποστόλης

Καζανάς Κώστας

Καμμένος Γιάννης

Κοκκινάκης Νίκος

Κομματάς Δαμιανός

Κουτσούκος Αλέξανδρος

Κουτσούκος Γιάννης

Κυριακάκης Θωμάς

Λαυτσής Πάρις

Μανουράς Γιώργος

Μαριάς Γιώργος

Μαστοράκης Λάμπρος

Μοριανού Γιασεμή

Ντόβα Μυρτώ

Παπαδημητρίου Ευαγγελία

Παπαθωμάς Κίμων

Πετρόπουλος Πάνος

Πούλιος Δημήτρης

Σιδέρης Δημήτρης

Στασινού Μαρικαίτη

 Τ. Ανδρέας

Φαμελιάρη Δέσποινα

Φουρίκος Κώστας

Χαλκής Τόλης

Χριστοδουλόπουλος Ζάχος

Categories: ΔιαλογοςΑποψειςΗμερομηνία: 13/02/2018 - 13:45

Η Αριστερά απέναντι στο ενιαίο δίπολο ΝΑΤΟ και εθνικισμού [του Γιάννη Ελαφρού]

Του Γιάννη Ελαφρού

  • Aναγκαία μια ξεκάθαρη αντιιμπεριαλιστική, αντιεθνικιστική και αντικυβερνητική γραμμή

Η επιμονή του ΚΚΕ και της ΛΑΕ στην ιεράρχηση του «αλυτρωτισμού των Σκοπίων» δεν βοηθά στην καταπολέμηση του ελληνικού εθνικισμού

Οι εξελίξεις στο Μακεδονικό και ευρύτερα στην περιοχή, το μαζικό αλλά όχι καταλυτικό εθνικιστικό συλλαλητήριο στο Σύνταγμα και οι επερχόμενες εξελίξεις απαιτούν ξεκάθαρη ανάλυση και τοποθέτηση, διεύρυνση των οριζόντων. Την Τρίτη δόθηκε στη δημοσιότητα η Στρατηγική της ΕΕ για τα Δυτικά Βαλκάνια, με τη Φεντερίκα Μογκερίνι –αρμόδια στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την εξωτερική πολιτική– να υπερθεματίζει για τις «προοπτικές και δυνατότητες από την ενσωμάτωση αυτής της αγοράς». «Το 2018 μπορεί να είναι η χρονιά που η διαδικασία αυτή θα γίνει όχι μόνο πιο αξιόπιστη, αλλά και μη αναστρέψιμη», τόνισε η ευρωπαία επίτροπος.

Ο Ν. Κοτζιάς σε συνέντευξή του στο Euronews τη Δευτέρα ξεκαθάρισε πως «οι αλλαγές του ονόματος πρέπει να γίνουν με τρόπο που θα διευκολύνουν την είσοδο της γείτονος στους οργανισμούς που επιθυμεί», δηλαδή στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Παρουσίασε μια διαδικαστική πορεία βήμα-βήμα προσαρμογών, ανάλογη με το σχέδιο Νίμιτς που διέρρευσε και έχει σαν βασικό σχέδιο την άμεση ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, αφήνοντας πλήθος ανοικτών ζητημάτων.

Από την εισβολή της Τουρκίας στη Συρία μέχρι τη ΝΑΤΟϊκή μακεδονική σαλάτα, βλέπουμε παντού την αυξανόμενη ένταση των ανταγωνισμών των ηγεμονικών καπιταλιστικών κρατών και των συνασπισμών τους –κυρίως ΗΠΑ και ΕΕ από τη μια, με Ρωσία και συμμάχους από την άλλη– και την προσπάθεια των αστικών τάξεων –κυρίως των πιο ισχυρών– να κερδίσουν πόντους. Ιδού η νέα πολύ επικίνδυνη αντιδραστική και επιθετική φάση του διεθνούς καπιταλισμού.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι ιμπεριαλιστικές παρεμβάσεις και οι αναπτυσσόμενοι εθνικισμοί αποτελούν πλευρές του ίδιου νομίσματος. Συγκεκριμένα: ο «αντιεθνικιστής» ΣΥΡΙΖΑ προωθεί αποφασιστικά τα σχέδια ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ, εκφράζει την «εθνική γραμμή» για το Μακεδονικό (επιβολή ενός συμβιβασμού προς όφελος του ελληνικού κεφαλαίου στην πιο αδύναμη αστική τάξη της ΠΓΔΜ), εκπροσωπεί επάξια τα συμφέροντα των εγχώριων επιχειρήσεων για την οικονομική κατάκτηση της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» –θεωρείται θετική για τα συμφέροντά τους η ένταξή της σε ΕΕ και ΝΑΤΟ– και, βέβαια, συγκυβερνά με τους εθνικιστές των ΑΝΕΛ.

Από την άλλη, οι πατριδοκάπηλοι Μακεδονομάχοι, στο «φλογερό» συλλαλητήριο της περασμένης Κυριακής, δεν ψέλλισαν ούτε μια λέξη για το ΝΑΤΟ και την ΕΕ αλλά στράφηκαν με φανατισμό ενάντια στους εγχώριους «εθνομηδενιστές» και «αριστεριστές» (δια στόματος του θλιβερού Μίκη Θεοδωράκη), αποδεικνύοντας πως ο εθνικισμός έχει πάντα σαν βασικό αντίπαλο τον «εσωτερικό εχθρό». Εξάλλου, πως θα μπορούσαν να κάνουν αλλιώς, όταν οργανωτές όπως οι μακεδονικές οργανώσεις της ομογένειας είναι στενά συνδεδεμένες με τον αμερικανικό παράγοντα και πραγματοποίησαν μάλιστα και συνάντηση με τον αμερικανό πρέσβη πριν εξαγγείλουν τα συλλαλητήρια!

Τη σχέση ΝΑΤΟϊκών σχεδιασμών και ανάπτυξης εθνικισμών υπογραμμίζει και η επιστολή του κόμματος Λέβιτσα (Αριστερά) από τη «Δημοκρατία της Μακεδονίας» προς τον ΣΥΡΙΖΑ (ολόκληρη στο www.prin.gr): «Η κυβέρνηση στην οποία ηγείστε εργάζεται δραστήρια για να συμπεριλάβει τη Δημοκρατία της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ. Ο βιαστικός τρόπος για την “επίλυση” της διαμάχης για το όνομα […] θα γεννήσει ένα νέο κύμα επιθετικού εθνικισμού» — και στις δύο χώρες.

Οι εξελίξεις αναβαθμίζουν τις απαιτήσεις για την ανατρεπτική Αριστερά. Παλεύοντας για το Ψωμί-Δουλειά-Ειρήνη-Ελευθερία για όλους τους λαούς, οφείλει να στέκεται αποφασιστικά ενάντια στις παρεμβάσεις των ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ, καθώς και όλων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, στην πολιτική του κεφαλαίου και της κυβέρνησης και τον εθνικισμό (πρώτα και κύρια της δικής της χώρας), που ενισχύεται από τις εξελίξεις. Όλα αυτά πρέπει να συνδέονται με τη συνολική πάλη για την αντικαπιταλιστική ανατροπή των μνημονίων, της επιτροπείας και των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων κοινωνικής λεηλασίας εργαζομένων και λαού.

Θετικό βήμα αποτέλεσε η Κοινή Δήλωση έξι αριστερών οργανώσεων (ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΑΡΚ, Ανασύνθεση ΟΝΡΑ, Ξεκίνημα, ΔΕΑ, Κομμουνιστική Τάση), η οποία βγήκε αποφασιστικά ενάντια και στα εθνικιστικά συλλαλητήρια και στη ΝΑΤΟϊκή γραμμή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Σε ανακοίνωσή της η ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπογραμμίζει πως «η πρωτοβουλία αυτή θα συνεχιστεί, για να ηττηθούν τα ακροδεξιά, εθνικιστικά και πολεμοκάπηλα σχέδια. Με την επιδίωξη οι δυνάμεις της μαχόμενης Αριστεράς να μπορούν να προχωράνε στην αναγκαία κοινή δράση, πάνω σε μια ξεκάθαρη αντιιμπεριαλιστική, διεθνιστική και αντικυβερνητική γραμμή, ξεπερνώντας τα όρια τόσο μιας “αριστερής πατριωτικής” τοποθέτησης που δεν βλέπει ταξικό περιεχόμενο, όσο και μιας δήθεν “διεθνιστικής” τοποθέτησης χωρίς αντικυβερνητικό και αντιιμπεριαλιστικό περιεχόμενο».

Ο πήχης ανεβαίνει, αλλά δυστυχώς ορισμένοι περνούν ακόμα από κάτω. Το ΚΚΕ για μια ακόμα φορά αγνόησε το κάλεσμα κοινής δράσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Δεν είναι μόνο αυτό. Ο Ριζοσπάστης την περασμένη Τρίτη, ενώ σημειώνει πως «νερό στο μύλο του εθνικισμού και του αλυτρωτισμού ρίχνουν τα συνθήματα και οι ομιλίες στα συλλαλητήρια», επιμένει να ιεραρχεί πιο ψηλά «τα πραγματικά ζητήματα, όπως ο αλυτρωτισμός στο Σύνταγμα της ΠΓΔΜ».

Η ΛΑΕ –και οι περισσότερες συνιστώσες της– δεν υπέγραψε την Κοινή Δήλωση, ενώ με πλήθος δηλώσεων αναδεικνύει, μαζί με την εναντίωση στο ΝΑΤΟ, τον αλυτρωτισμό των Σκοπίων. Ο Π. Λαφαζάνης είδε «πατριωτικές ευαισθησίες και ανησυχίες» σε «μερίδα των πολιτών που προσήλθαν στο Σύνταγμα». «Ο αυθεντικός προοδευτικός και δημοκρατικός πατριωτισμός παραμερίστηκε για να κυριαρχήσει μια στείρα νεοεθνικοφροσύνη», συμπληρώνει ο επικεφαλής της ΛΑΕ. Χωρίς όμως αποφασιστικό μέτωπο στον ελληνικό εθνικισμό (που συνήθως κρύβεται πίσω από τον μανδύα του πατριωτισμού), κάτι που δε διέκρινε την παρέμβαση της ΛΑΕ, η «νεοεθνικοφροσύνη» θα κερδίζει πόντους. Ηχεί μάλλον άχαρα η επαναφορά προτάσεων «αντιμνημονιακών μετώπων» και εκλογικής συνεργασίας, όταν σε ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα η ΛΑΕ δεν μπαίνει στην υπαρκτή συμπαράταξη κοινής δράσης, με ένα ευρύ φάσμα αριστερών οργανώσεων –δεν συνυπέγραψε ούτε αντίστοιχο κείμενο στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της Αντιρατσιστικής Πρωτοβουλίας– για να κρατήσει επαφή με τον (όχι και τόσο) «αριστερό πατριωτισμό».

Αλλά και ο προσανατολισμός αναρχικών ομάδων ή παραγόντων κινηματικής αναφοράς (με ΣΥΡΙΖΑϊκή θητεία) σε μια αντιπαράθεση αποκλειστικά με τον εθνικισμό (με ηθικό-ιδεολογικό και τελικά αταξικό περιεχόμενο), χωρίς γείωση στα συμφέροντα των αστικών κρατών (τόσο των διεθνώς ηγεμονικών όσο και των τοπικών), του ΝΑΤΟ, της ΕΕ κ.λπ. τελικά καταλήγει να γίνεται εύκολος αντίπαλος για το σύστημα και αρωγός της «αντιεθνικιστικής μας» κυβέρνησης.

Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 11.2.2018

http://prin.gr/?p=19065

Categories: ΔιαλογοςΑποψειςΗμερομηνία: 13/02/2018 - 10:00

ΕΠΠΔ : Σκάνδαλο Novartis: Βρώμικο σύστημα, βρώμικη «αυτοκάθαρση»!

Σκάνδαλο Novartis:  Βρώμικο σύστημα, βρώμικη «αυτοκάθαρση»!

Στον αστερισμό της Novartis κινείται πια η πολιτική ζωή της χώρας. Εντυπωσιάζει η έκπληξη των πολιτικών και των ΜΜΕ που μόνον τώρα «ανακάλυψαν» πως υπάρχουν σχέσεις βρώμικης συναλλαγής ανάμεσα σε κυβερνητικά στελέχη και μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες. Τέτοια σκάνδαλα είναι στην ίδια τη φύση του καπιταλιστικού συστήματος, όλοι τους τα γνώριζαν και μάλιστα τα αξιοποιούσαν. Όλοι τους σιτίζονται στη Novartis ή στις ανταγωνιστικές της καπιταλιστικές πολυεθνικές, αλλιώς δεν θα μπορούσαν σήμερα να είναι πολιτικοί. Η μεγάλης κλίμακας διαφθορά είναι αναπόσπαστο κομμάτι της λειτουργίας του καπιταλισμού. Άλλωστε η Novartis δεν «λαδωνε» μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε αρκετές μητροπολιτικές χώρες του καπιταλισμού μεταξύ των οποίων και οι ΗΠΑ!

Δεν διασκεδάζουν με την κατάσταση τα εκατομμύρια των εργαζόμενων, των άνεργων, των συνταξιούχων. Ενώ πολιτικοί και δημοσιογράφοι χρηματίζονταν από τη –βραβευμένη με βραβείο αριστείας (!) –  Novartis, εμείς είδαμε τη ζωή μας να διαλύεται από τα μνημόνια. Ενώ οι ΠΑΣΟΚ και ΝΔ μας κουνούσαν το δάχτυλο κατηγορώντας μας πως δήθεν εμείς ήμασταν που «ζούσαμε πάνω από τις δυνατότητές μας», και πως δήθεν «μαζί τα φάγαμε» , οι ίδιοι βοηθούσαν τις φαρμακευτικές εταιρείες να μάς αρπάξουν, μετρημένα, τουλάχιστον  23 δισεκατομμύρια. «Δικαιώθηκε» ο -αλήστου μνήμης-  πρωθυπουργός του ΔΝΤ, που έλεγε από το Καστελλόριζο πως «λεφτά υπάρχουν»! Πράγματι υπάρχουν, αλλά τα άρπαζαν από τον ελληνικό λαό οι πολυεθνικές και οι τράπεζες. Φυσικά με το αζημίωτο για το πολιτικό και μιντιακό προσωπικό αυτού του βρώμικου, απάνθρωπου συστήματος, που δεν αλλάζει αλλά ανατρέπεται. Δεν διασκεδάζουν επίσης και δεν αποτελεί έκπληξη το σκάνδαλο για τους μαχόμενους γιατρούς και υγειονομικούς, που εδώ και χρόνια αναδεικνύουν τη διαπλοκή πολιτικής εξουσίας, φαρμακευτικών εταιριών και δημοσιογράφων.

    Είναι μήπως διασκεδαστική και η προσπάθεια  του ΣΥΡΙΖΑ, να γίνει «αρχάγγελος της κάθαρσης»; Του ίδιου μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ, που είναι το υπάκουο παιδί της ΕΕ, του ΔΝΤ και των Αμερικάνων, που δηλώνει πως έχει κοινές αξίες με τον Τραμπ; Του ΣΥΡΙΖΑ που διατηρεί το νόμο περί (μη) ευθύνης Υπουργών για να τους προστατεύει –όπως άλλωστε έκανε και σε άλλα σκάνδαλα (Siemens, Βατοπαίδι κλπ)- και  έθαψε ακόμη και την ιδέα της κατάργησής του; Προφανώς επειδή τον χρειάζονται και οι δικοί του υπουργοί; Του ίδιου ΣΥΡΙΖΑ που συνεχίζει την δολοφονική μνημονιακή πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων παντού, και φυσικά και στο χώρο των φαρμάκων και της υγείας; Του ίδιου Σύριζα που προωθεί την απαλλοτριωτική συσσώρευση μεταφέροντας συστηματικά πόρους και εξουσία από τους πολλούς στους λίγους, από τους φτωχούς στους πλούσιους, από τους αδύνατους στους δυνατούς;

 Η φιλολαϊκή πρόταση είναι απλή και δεν εξαντλείται φυσικά στην – αυτονόητη - απαίτηση για τιμωρία των στελεχών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Πάνω από όλα είναι η απαίτηση για Δημόσια, ποιοτική και δωρεάν υγεία και φαρμακευτική αγωγή για όλες και όλους. Η δήθεν φτωχή Ελλάδα έχει την υποδομή και τους πόρους για να την παρέχει, ξοδεύοντας κλάσμα της μέχρι τώρα δαπάνης. Με τα 23 δις που άρπαξε η Novartis θα ήταν διαφορετική η κατάσταση στα δημόσια νοσοκομεία και στα ασφαλιστικά ταμεία. Ορθολογική κατανομή των πόρων και απελευθέρωση του χώρου της υγείας από το ιδιωτικό κεφάλαιο. Επανασύσταση και στελέχωση του ΕΟΦ με πλήρη επιστημονικό έλεγχο των φαρμάκων για την προστασία των ασθενών και ανάπτυξη της έρευνας ιδίως στα πεδία που συνδέονται με τις ανάγκες του λαού.

Για αυτόν το σκοπό χρειαζόμαστε κρατικοποίηση των φαρμακοβιομηχανιών, χωρίς αποζημίωση, με εργατικό έλεγχο και κεντρικό σχεδιασμό στην παραγωγή και στην έρευνα. Η Ελλάδα έχει κορυφαίων προδιαγραφών φαρμακοβιομηχανία που, αν ο λαός την πάρει από τα χέρια των καπιταλιστών, όχι μόνο θα καλύψει τις ανάγκες μας, αλλά και θα σώσει ζωές πολύ πέρα από τα σύνορά μας. Έχουμε κάθε δυνατότητα παραγωγής νέων φαρμάκων, όπως κάνει με τεράστια επιτυχία η Κούβα, με κριτήριο όχι το επιχειρηματικό κέρδος αλλά την αντιμετώπιση πολλών γνωστών ασθενειών, με κριτήριο τις ανάγκες μας.

         Είναι η ώρα να τεθεί ανοιχτά στην ελληνική κοινωνία αφ’ ενός το ζήτημα του πως θρέφεται το πολιτικό σύστημα και το πολιτικό προσωπικό, αφ’ ετέρου το θέμα του ρόλου των πολυεθνικών του φαρμάκου που με νόμιμες ή παράνομες υπερτιμολογήσεις κάνουν αφαίμαξη των ασφαλιστικών ταμείων τα οποία τροφοδοτούν οι εργαζόμενοι με τις εισφορές τους. Να τεθεί το θέμα των εταιρειών που μέσω των πατεντών απαγορεύουν την πρόσβαση ασθενών σε θεραπείες που εδώ και χρόνια έχουν ανακαλυφθεί καταδικάζοντάς τους σε θάνατο, που μετατρέπουν το φάρμακο σε μια επικερδή μπίζνα για τους ίδιους και το πολιτικό σύστημα που τους υπηρετεί. Μόνο με την ανοιχτή συζήτηση σε επίπεδο κοινωνίας θα τεθούν τα ζητήματα στην πραγματική τους βάση, θα αποκαλυφθεί η ουσία τους και οι ευθύνες, και όχι με μιντιακού τύπου πυροτεχνήματα που όπως έχει γίνει στο παρελθόν στο τέλος της ημέρας θα καταλήξουν σε νομικίστικα τερτίπια απαλλαγής των εμπλεκομένων.  

     Την ίδια στιγμή η αριστερά πρέπει να αποκαλύψει και να συγκρουστεί με τις επιδιώξεις όσων δήθεν «αποκαλύπτουν» το σκάνδαλο. Κανείς φυσικά δεν πιστεύει πως οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και οι εντολοδόχοι τους στην Ελλάδα διοχετεύουν επιλεκτικά πληροφορίες για να υπηρετήσουν την … «κάθαρση»! Άλλωστε υπάρχει μνήμη και θυμόμαστε καλά πόσες φορές οι μηχανισμοί του συστήματος την εξήγγειλαν. Φυσικά ποτέ δεν έγινε, ούτε μπορούν ούτε θέλουν να καθαρίσουν το σύστημα. Με μοχλό τη δήθεν «κάθαρση» παίζεται ένα επικίνδυνο παιχνίδι. Στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κρίσης οι ανταγωνισμοί κλιμακώνονται και η μια πλευρά βγάζει στη φόρα τα άπλυτα της άλλης. Πρόσφατα είχαμε αποκαλύψεις των αμερικάνων για τη Volkswagen και τη Siemens, αλλά και τα ευρωπαϊκά πρόστιμα στην Google και την Apple. Στην προκειμένη περίπτωση οι αμερικάνοι «δίνουν» τη γερμανοελβετική Novartis και ταυτόχρονα αξιοποιούν επιλεκτικά τις αποκαλύψεις, κατά την πάγια συνήθειά τους, για να ενισχύσουν τις δυνάμεις εκείνες που σήμερα εξυπηρετούν καλύτερα τα συμφέροντά τους, τόσο τα επιχειρηματικά όσο κυρίως τα γεωστρατηγικά.

 Άλλωστε δεν το κρύβουν. Το «Νέο Δόγμα Ασφαλείας» του Τραμπ δηλώνει ότι στη «νέα εποχή του στρατηγικού ανταγωνισμού» οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν «όλα τα εργαλεία - διπλωματικά, στρατιωτικά, οικονομικά, πληροφορικά - για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους» και να διασφαλίσουν ότι «η ισορροπία δυνάμεων παραμένει προς το συμφέρον των ΗΠΑ σε περιοχές - "κλειδιά" του κόσμου». Η περιοχή μας είναι σήμερα κλειδί για αυτά ακριβώς τα συμφέροντα, στο σταυροδρόμι των δυο από τις τρεις ανοιχτές στρατηγικές συγκρούσεις (Μαύρη Θάλασσα και Μέση Ανατολή).

       Στο εσωτερικό της χώρας το αστικό πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε περίοδο σημαντικών ανακατατάξεων σε κόμματα και στρατηγικές συμμαχίες. Ο ΣΥΡΙΖΑ μεταβάλλεται με ταχείς ρυθμούς στον έναν πόλο του αστικού πολιτικού συστήματος με τις ευλογίες Αμερικανών, ΣΕΒ, ΕΕ, ενώ οι μέχρι τώρα κατ’ εξοχήν εκπρόσωποι του, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, βρίσκονται σε βαθιά κρίση. Αυτό το κενό σύντομα θα καλυφτεί με καταλύτη το σκάνδαλο της Novartis. Τα ΜΜΕ, πάντα «ευαίσθητα» στα ιμπεριαλιστικά κελεύσματα πήραν αμέσως το μήνυμα: Πάνε από τα δελτία των 8 οι μακεδονομάχοι και τα συλλαλητήρια, η ατζέντα άλλαξε δραματικά.

Η αριστερά είναι ώρα να σημάνει συναγερμό. Είναι ώρα να ξεκινήσουμε καθημερινό και ανυποχώρητο αγώνα σε κάθε χώρο για τη δημόσια υγεία, βασική πλευρά του αγώνα για επιβίωση του λαού, εξίσου σημαντική με τον αγώνα για ψωμί, δουλειά, μόρφωση, περιβάλλον. Και συνάμα αγώνα για ειρήνη και απεμπλοκή από τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς που φέρνουν πιο κοντά τον μεγαλύτερο εφιάλτη, τον πόλεμο. Οι αλληλένδετοι αυτοί στόχοι και ο αγώνας για την επίτευξή τους είναι η καρδιά ενός μεγάλου, κοινωνικού και πολιτικού, μετώπου ανατροπής, που μπορούμε και επείγει να συγκροτήσουμε. Ενός μετώπου που θα ενώνει μέσα από τους αγώνες τις σημερινές κουκίδες. Που θα συγκεντρώσει όλες τις μαχόμενες δυνάμεις για να σωθεί ο λαός από τον εφιάλτη των μνημονίων και της φτώχειας. Που θα προωθήσει το μεταβατικό πρόγραμμα για τη μόνη ρεαλιστική λύση, την αντικαπιταλιστική ανατροπή.  

Ελπίδα μας, στη δύσκολη αυτή συγκυρία, οι διεργασίες που κλιμακώνονται σε όλους τους χώρους για την ανασυγκρότηση της αριστεράς και του κινήματος, και την επαναφορά στο προσκήνιο των ταξικών και αντιιμπεριαλιστικών αγώνων. Ως Ενωτική Πρωτοβουλία Παρέμβασης και Διαλόγου θα συμβάλουμε με όλες μας τις δυνάμεις.

Ενωτική Πρωτοβουλία Παρέμβασης και Διαλόγου (τάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ)

Categories: Παρεμβάσεις ΟργανωσεωνΗμερομηνία: 13/02/2018 - 09:15

H ANTAΡΣΥΑ Ν.Φιλαδέλφειας- Ν.Χαλκηδόνας για την ανάθεση σε εργολάβο 11 πάρκων της πόλης

Βρισκόμαστε σε μια περίοδο που οι εξελίξεις είναι ιδιαίτερα αρνητικές για τους εργαζόμενους και το λαό συνολικά, κάτι που αντανακλάται και στην κατάσταση στην πόλη μας. Η επίθεση αυτή στο δημόσιο τομέα τις δημόσιες κοινωνικές υπηρεσίες και αγαθά (υγεία, παιδεία, νερό, ρεύμα, πρόνοια, συλλογή απορριμμάτων κ.α.), γίνεται επιχειρώντας το ξεθεμελίωμά τους και την εμπορευματοποίηση – ιδιωτικοποίησή τους, κάτι που θα επιδεινώσει ακόμη περισσότερο τη ζωή μας σαν εργαζόμενους.

  Γι αυτό και έχει ιδιαίτερη σημασία στις μέρες μας να ξεκαθαρίζεις με «ποιους θα πάς και ποιους θ αφήσεις». Και εξηγούμαστε:   Η νέα –και για αρκετούς υποσχόμενη, δημοκρατική, αριστερή – δημοτική αρχή της πόλης μας, έχει πια δώσει σαφή δείγματα γραφής. Γιατί, μπορεί σε διακηρυκτικό επίπεδο να αναφέρεται ή μερικές φορές και να καταγγέλλει τα αντεργατικά μέτρα της κυβέρνησης, τα κακά μνημόνια, τις απαράδεκτες ελαστικές σχέσεις εργασίας και το ξεπούλημα του δημοσίου σε ιδιώτες… ωστόσο όταν τα παραπάνω αφορούν  τον δήμο μας, τότε…  η κατάσταση δεν είναι έτσι ακριβώς…  

Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα όσα συνέβησαν στο Δημοτικό Συμβούλιο της….. με αφορμή της συζήτηση για την ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών πρασίνου μέσω της παραχώρησης 11 πάρκων και πλατειών της πόλης για μελέτη, ανάπλαση και συντήρηση για τα επόμενα δύο χρόνια σε ιδιώτη εργολάβο, στην οποία αντέδρασε το σωματείο εργαζομένων του δήμου. Η αντιμετώπιση του σωματείου και του προέδρου του από τη δημοτική αρχή και τους συμβούλους της ήταν αλαζονική, άκρως επιθετική, με διαρκείς διακοπές, απαξιώνοντας το σύνολο των εργαζομένων και συκοφαντώντας  τους, όπως πολύ καλά ξέρουν να κάνουν….   Ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ, έχουμε εκφράσει την θέση μας σχετικά με τη λεγόμενη τοπική αυτοδιοίκηση, που δεν είναι - παρά τα αντιθέτως λεγόμενα - λαϊκός θεσμός κοντά στους πολίτες. Αντίθετα είναι κομμάτι του συνολικού κρατικού μηχανισμού, μακρύ χέρι της κεντρικής διοίκησης, αποτελεί τοπικό κράτος, ασφυκτικά ελεγχόμενο από την ΕΕ, το ΔΝΤ και την ΕΚΤ μέσω σειράς νομοθετημάτων και θεσμικών παρεμβάσεων τα τελευταία χρόνια, όπως ο Καλλικράτης, το Παρατηρητήριο κ α..   Ειδικότερα σήμερα, στην εποχή των μνημονίων, οι δήμοι και οι περιφέρειες της χώρας λειτουργούν ως το εργαστήριο των πιο αντιδραστικών αλλαγών. Με την διαρκή υποχρηματοδότηση των δήμων, που υλοποιούν διαχρονικά οι κυβερνήσεις, την απαξίωση των υπηρεσιών, την έλλειψη προσωπικού αλλά και μηχανολογικού-τεχνικού εξοπλισμού, η κατάσταση στους δήμους είναι πολύ συγκεκριμένη, κάτι που και η ίδια η δημοτική αρχή περιγράφει με πολύ γλαφυρό τρόπο, προσπαθώντας να αιτιολογήσει την απόφασή της να εκχωρήσει σε ιδιώτες αντικείμενο της υπηρεσίας πρασίνου.   Ο μακροπρόθεσμος στόχος της κυβέρνησης (κ των προηγούμενων από αυτήν) -στον οποίο υποτάσσεται αν δεν συμφωνεί κι όλας η δημοτική αρχή- είναι οι δημόσιες υπηρεσίες προς τους κατοίκους να αντιμετωπίζονται ως επιλέξιμες, που θα εξυπηρετούνται δηλ. όταν και αν υπάρχει χρηματοδότησή από διάφορα προγράμματα της Ε.Ε., ενώ όταν τελειώνουν τα προγράμματα αυτές να  παρέχονται ανταποδοτικά με καταβολή χρημάτων ή σταδιακά στο μέλλον να περνούν στα χέρια των εργολάβων/ιδιωτών. Ταυτόχρονα αυτή η πρακτική αποτελεί τον δούρειο ίππο ώστε να χτυπηθούν η μόνιμη και σταθερή εργασία, οι εργασιακές σχέσεις και τα όποια δικαιώματα έχουν απομείνει στους εργαζόμενους στους δήμους και να γενικευτεί η ελαστικοποίηση μέσω των προγραμμάτων διαμοιρασμού της φτώχειας και της μιζέριας.   Και ο Δήμος Νέας Φιλαδέλφειας- Νέας Χαλκηδόνας λοιπόν, μέσα από τις πολιτικές που υλοποιεί η δημοτική αρχή, αποτελεί τελικά ένα  ακόμη εργαλείο μέσα από το οποίο ξεδιπλώνεται σε τοπικό επίπεδο η αντιλαϊκή – αντεργατική πολιτική της κυβέρνησης και της ΕΕ. Το ότι ίσως γίνεται με σχετικά πιο ήπιο τρόπο απ’ ό,τι αν η δημοτική αρχή είχε άλλο πολιτικό πρόσημο, δεν αλλάζει επί της ουσίας το τελικό αποτέλεσμα.   Τα θέματα λοιπόν που προκύπτουν είναι πολιτικά και πρέπει να δοθούν απαντήσεις τόσο από την ίδια την δημοτική αρχή, όσο και από τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και από όποια πολιτική δύναμη την στηρίζει, όχι μόνο με ατομικές ενέργειες που σαφώς έχουν την αξία τους, αλλά με συνολική και ξεκάθαρη πολιτική στάση.   Από την μεριά μας ούτε έχουμε, ούτε δημιουργούμε αυταπάτες ότι μία καλή διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης μπορεί να λύσει των προβλήματα του κόσμου της εργασίας. Γνωρίζουμε καλά ότι όσο η οποιαδήποτε δημοτική αρχή δεν ξεφεύγει από τα όρια «νομιμότητας» που της επιβάλλουν ο Καλλικράτης και τα μνημόνια και δεν έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με αυτά, δεν μπορεί να λύσει ουσιαστικά τα προβλήματα και να συμβάλει στην ανατροπή της κυβέρνησης, της ΕΕ της ΕΚΤ και των πολιτικών τους που ευθύνονται για την κατάσταση που βιώνουμε σήμερα.   Χωρίς να ξεχνάμε ότι ο αγώνας ούτε αρχίζει, και φυσικά ούτε τελειώνει σε μια αίθουσα δημοτικού συμβουλίου, θα προσπαθήσουμε στο μέλλον στο βαθμό που μας επιτρέπουν οι δυνατότητές μας, το Δημοτικό Συμβούλιο να είναι ανοιχτό σε όλους, στις συλλογικότητες, στα σωματεία και σε κάθε κάτοικο της περιοχής, να υπάρχει βήμα προβολής για κάθε αγωνιζόμενο, που θα διεκδικεί το δίκιο του. Ταυτόχρονα καλούμε σε κοινή δράση και συντονισμό στο κίνημα, κάθε δύναμη που επιθυμεί να αντισταθεί στις μικρές και μεγάλες μάχες που δίνει καθημερινά ο κόσμος της εργασίας. Σε αυτό θα κριθεί όποιος και όποια διακηρύσσει  ότι επιθυμεί να συμβάλλει στην ανάπτυξη των αντιστάσεων για στη νικηφόρα αντεπίθεση του εργατικού και λαϊκού κινήματος.    Τ Ε της ΑΝΤΑΡΣΥΑ  - ΝΕΑΣ  ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ---ΝΕΑΣ ΧΑΛΚΗΔΟΝΑΣ Tags: ΤΟΠΙΚΕΣΝ.ΙΩΝΙΑΣ Ν.ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣCategories: ΑνακοινώσειςΑνακοινωσεις-Δελτια Τυπου: Ανακοινωσεις-Δελτια ΤυπουΗμερομηνία: 12/02/2018 - 20:15

Σκάνδαλο είναι το σύστημα – Φάρμακο η ανατροπή του!


Το «σκάνδαλο Novartis» αναδεικνύει, για άλλη μία φορά, ότι όσο το φάρμακο αποτελεί κερδοφόρο εμπόρευμα τόσο η διαπλοκή με την εξουσία και η διαφθορά θα είναι ο κανόνας λειτουργίας των φαρμακευτικών βιομηχανιών.

Σκάνδαλα με πρωταγωνιστές την Novartis, και τις υπόλοιπες μεγάλες φαρμακευτικές εταιρίες, είναι συνηθισμένα σε όλο το πλανήτη. Ο τζίρος του φαρμάκου θα φτάσει το 1,5 τρισ. δολάρια στην επόμενη πενταετία και όλες οι φαρμακευτικές εταιρίες ανταγωνίζονται με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο να αποκτήσουν ένα μεγάλο κομμάτι από αυτό τον τζίρο, αδιαφορώντας για τις ανάγκες και την υγεία του κόσμου. Ακόμα και τα πρόστιμα εκατομμυρίων δολαρίων που πληρώνουν, όταν τα πληρώνουν, είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στα υπερκέρδη τους.

Σε αυτό το πλαίσιο, η δράση της Novartis στην Ελλάδα δεν αποτελεί ούτε εξαίρεση, ούτε έκπληξη. Πόσο μάλλον δεν μπορεί να αποτελεί έκπληξη για τους μαχόμενους γιατρούς και υγειονομικούς, που εδώ και χρόνια αναδεικνύουν τη διαπλοκή πολιτικής εξουσίας, φαρμακευτικών εταιριών και δημοσιογράφων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η υπόθεση με την προμήθεια εκατομμυρίων εμβολίων για τη γρίπη το 2008-2009, όταν μόνο οι υγειονομικοί της μαχόμενης αντισυστημικής αριστεράς είχαν τολμήσει να αντιταχθούν στο κλίμα πανικού που δημιουργούσαν –με το αζημίωτο, όπως φαίνεται- πολιτικοί και δημοσιογράφοι. 

Η αποκάλυψη του σκανδάλου Novartis δεν οφείλεται βέβαια στη δυνατότητα του συστήματος να εξυγιαίνεται, ούτε σε κάποια βούληση του FBI και των διωκτικών αρχών των ΗΠΑ για «κάθαρση», αλλά ήρθε τώρα στην επιφάνεια μέσα από τις αποκαλύψεις των ανταγωνιστών της, λόγω αντικρουόμενων επιχειρηματικών συμφερόντων.

Από τις καταθέσεις των «προστατευόμενων μαρτύρων», που διέρρευσαν στον Τύπο, η - γερμανικών συμφερόντων - ελβετική πολυεθνική, από το 2007 μέχρι το 2015, «έσπρωξε» 50 εκατομμύρια ευρώ (!) σε δέκα (!) κορυφαία στελέχη της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ προκειμένου να την «διευκολύνουν» να ενισχύσει τη θέση της στην ελληνική αγορά σε σχέση με τους ανταγωνιστές της, να αυξήσει την τιμή των φαρμάκων της και να επιταχυνθεί η διαδικασία πληρωμής της από το Δημόσιο. Με μερίδιο 10% στην ελληνική αγορά, μία αύξηση ακόμα και 10 cents στη τιμή φαρμάκου ισοδυναμεί με κέρδη 25 εκατομμυρίων ευρώ για την Novartis. Όλοι αυτοί που τα «πήραν», την ίδια περίοδο, έφερναν και ψήφιζαν δύο μνημόνια, μας μίλαγαν για τις «σπατάλες με τα φάρμακα» και μας κουνούσαν το δάκτυλο γιατί «ζούσαμε πάνω από τις δυνατότητες μας» καλώντας μας να δεχτούμε τα μνημόνια ως… ευλογία!

Στα ονόματα που περιλαμβάνονται στη δικογραφία, συναντά κανείς την αφρόκρεμα της υποκρισίας των προηγούμενων χρόνων: αυτόν που πλάσαρε τον εαυτό του ως «σωτήρα» της χώρας από τη γρίπη των πτηνών, τον υπουργό που έχτισε την πολιτική του καριέρα στοχοποιώντας οροθετικές γυναίκες, δύο πρώην πρωθυπουργούς που θα έβγαζαν τη χώρα από την κρίση, τον – σε κάθε σκάνδαλο παρόντα - πρώην πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, τον σημερινό αντιπρόεδρο της ΝΔ που ούρλιαζε ότι θα μειώσει τη φαρμακευτική δαπάνη, την ίδια στιγμή που έριχνε τα βάρη στην τσέπη των ασθενών!

Όσο και αν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ προσπαθεί να εκμεταλλευτεί το υπαρκτό σκάνδαλο Novartis και να υψώνει τη «σημαία της κάθαρσης», δεν μπορεί να κρύψει και τις δικές της ευθύνες.

Καταρχάς, εκτός από την επικοινωνιακή διαχείριση του σκανδάλου, επί της ουσίας δεν είναι καν δεδομένο ότι οποιοσδήποτε από τους πολιτικούς θα καταδικαστούν πράγματι, αφού συνεχίζει να είναι σε ισχύ ακόμη ο νόμος περί (μη) ευθύνης Υπουργών για να τους προστατεύει –όπως άλλωστε έγινε και σε άλλο σκάνδαλα (Siemens, Βατοπαίδι κλπ)! Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν έχει κάνει καν νύξη για την κατάργησή του. Άλλωστε συνεχίζει και η ίδια την μνημονιακή πολιτική στο χώρο των φαρμάκων και της υγείας, συνέχεια της πολιτικής των προηγούμενων κυβερνήσεων, που αποτελεί θερμοκήπιο για νέα τέτοια τύπου σκάνδαλα, αν δεν υπάρχουν ήδη και δεν έχουν βγει ακόμα στη φόρα.

Δεν ακουμπάει καν τις υπερτιμολογήσεις φαρμάκων, ούτε βέβαια τα καπιταλιστικά βιομηχανικά υπερκέρδη από τα νοσοκομειακά υλικά. Δεν έχει αλλάξει –παρά τις εξαγγελίες της- το νόμο για τις προμήθειες στο ΕΣΥ. Με το πολυνομοσχέδιο για την υλοποίηση των δεσμεύσεων του 3ου μνημονίου, που καθόρισε τις νέες τιμές φαρμάκων, την περικοπή και τα «πλαφόν» στη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη, τις «κλειστές λίστες φαρμάκων» οδήγησε στην κατακόρυφη αύξηση της συμμετοχής των ασφαλισμένων στην αγορά φαρμάκων, με παράλληλη εξασφάλιση της συνέχισης της κερδοφορίας των φαρμακοβιομηχανιών. Η συμμετοχή των ασφαλισμένων στην αγορά φαρμάκου (για τα φάρμακα της «θετικής λίστας», δηλαδή αυτά που συνταγογραφούνται και ο ΕΟΠΥΥ συμμετέχει στην αποζημίωσή τους) είναι σήμερα στο 30% από το 9% που ήταν προ μνημονίων, ενώ τα φάρμακα της «αρνητικής λίστας» και τα μη συνταγογραφούμενα πληρώνονται από τους ασθενείς στο σύνολο της τιμής τους!

Την ίδια στιγμή ο ΕΟΦ έχει μετατραπεί σε «διαιτητή» στον ανταγωνισμό των φαρμακοβιομηχανιών, αντί να προστατεύει τους ασθενείς από την ποιότητα των φαρμάκων που κυκλοφορούν.

Στο βωμό των «πρωτογενών πλεονασμάτων», ο κρατικός προϋπολογισμός για την υγεία, τη φαρμακευτική δαπάνη και τις συντάξεις μειώνεται με αποτέλεσμα τα δημόσια νοσοκομεία να ρημάζουν και τα φάρμακα από είδος πρώτης ανάγκης να μετατρέπονται σε είδος πολυτελείας για εργαζόμενους και συνταξιούχους που δεν μπορούν να τα αποκτήσουν, με αποτέλεσμα ακόμη και να διακόπτουν τη θεραπεία τους βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή τους. Αυτή είναι η πραγματικότητα στο χώρο της υγείας σήμερα κι αυτή δεν μπορεί να κρυφτεί κάτω από τις ευθύνες και τις μίζες των προηγούμενων κυβερνήσεων, αφού ο πραγματικός φταίχτης είναι η ίδια η μνημονιακή πολιτική που πιστά ακολουθεί και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Η οργή του κόσμου για το «σκάνδαλο Novartis» δεν πρέπει να σταματήσει στην απαίτηση να τιμωρηθούν όσοι κατάκλεψαν τον ελληνικό λαό. Πρέπει να μετατραπεί σε δυνάμωμα της πάλης ενάντια στη μνημονιακή πολιτική και αυτής κυβέρνησης και όλων όσοι στηρίζουν τέτοιες πολιτικές. Οι αγώνες των εργαζόμενων στα νοσοκομεία, ενάντια στην διάλυση της δημόσιας υγείας, δείχνουν το δρόμο.

Πραγματική λύση για να πάψουν τέτοιου τύπου σκάνδαλα είναι η δημόσια, ποιοτική και δωρεάν υγεία και φαρμακευτική αγωγή για όλες και όλους.

Κρατικοποίηση, χωρίς αποζημίωση, των φαρμακοβιομηχανιών με εργατικό έλεγχο και κεντρικό σχεδιασμό στην παραγωγή αλλά και στην έρευνα νέων φαρμάκων για την αντιμετώπιση όλων των γνωστών ασθενειών. Καμία εμπλοκή του ιδιωτικού κεφαλαίου στο χώρο της υγείας. Επανασύσταση και στελέχωση του ΕΟΦ με μοναδικό κριτήριο τον πλήρη επιστημονικό έλεγχο των φαρμάκων για την προστασία των ασθενών.

 
Για να μπουν οι ανάγκες μας πάνω από τα κέρδη των καπιταλιστών, για να τελειώνουμε μ' αυτό το σύστημα που "τρέφεται" με σκάνδαλα.

Categories: ΑνακοινώσειςΑνακοινωσεις-Δελτια Τυπου: Ανακοινωσεις-Δελτια ΤυπουΗμερομηνία: 11/02/2018 - 19:30

Κείμενα θέσεων για την 4η Συνδιάσκεψη

ΑΝΤΑΡΣΥΑ-4η Συνδιάσκεψη

ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΣΟ (21/1/2018)

ΑΝΤΑΡΣΥΑ- Θέσεις για την 4η Συνδιάσκεψη (αρχείο .pdf, 762KB)

 

ΑΝΤΑΡΣΥΑ-4η Συνδιάσκεψη ΘΕΣΕΙΣ του ΠΣΟ (21/1/2018) ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ οδεύει προς την 4η Συνδιάσκεψή της σε μια περίοδο που οι εξελίξεις διαψεύδουν τις εκτιμήσεις για την σταθεροποίηση του συστήματος διεθνώς και στην Ελλάδα. Ο καπιταλισμός δεν έχει ξεπεράσει την κρίση του, αντίθετα αυτή μετατρέπεται και σε πολιτική κρίση στα μέχρι τώρα κάστρα της σταθερότητας, στις ΗΠΑ και την ΕΕ. Οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί οξύνονται, απειλώντας να αποσταθεροποιήσουν, πέρα από την Μέση Ανατολή, περιοχές ζωτικές για τον παγκόσμιο καπιταλισμό, όπως η Άπω Ανατολή.

Ο ελληνικός καπιταλισμός είναι κομμάτι αυτής της πραγματικότητας, παρά τις υποκριτικές διακηρύξεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ότι «φαίνεται φως στην άκρη του τούνελ», ότι το 2018 θα είναι η χρονιά της «εξόδου από τα μνημόνια» κι ότι η «κανονικότητα» επιστρέφει. Αντίθετα, το 2018 θα είναι χρονιά έντασης των μνημονιακών επιθέσεων, ταυτόχρονα όμως και χρονιά βαθέματος της κρίσης του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία τροφοδοτείται με την αμφισβήτηση και τις αντιστάσεις από τα αριστερά και από τα κάτω. Παρά την υποχώρηση των μεγάλων αγώνων και την προσπάθεια εμπέδωσης μιας νέας μνημονιακής «κανονικότητας» ως «αναπόδραστης» και «αιώνιας», το εργατικό και λαϊκό κίνημα συνεχίζει να δίνει σημαντικές μάχες και να κρατάει ανοιχτή την δυνατότητα ανατροπής της κυρίαρχης πολιτικής.

Με αυτήν την οπτική αντιμετωπίζουμε τα καθήκοντά μας το επόμενο διάστημα. Η συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ εννιά χρόνια πριν ως μετώπου οργανώσεων και αγωνιστών/τριών της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς ήταν και συνεχίζει να είναι μια πολύτιμη κατάκτηση για όλο το κίνημα. Ο προωθητικός ρόλος και η δυναμική της κάθε άλλο παρά έχουν εξαντληθεί, παρά τις υπαρκτές και σοβαρές αδυναμίες και ανεπάρκειες που χαρακτήρισαν την παρέμβασή μας από τη 3η Συνδιάσκεψη (2016) μέχρι και σήμερα. 

Φιλοδοξούμε η 4η Συνδιάσκεψη, και η πορεία προς αυτήν, να γίνει ο άξονας πρωτοβουλιών και παρεμβάσεων για:

Ένα άλμα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ που περιλαμβάνει την βαθύτερη επεξεργασία του αντικαπιταλιστικού προγράμματος, την ενίσχυση της μαζικότητας, της ενότητας, της δημοκρατίας, της συμμετοχής στους εργατικούς και νεολαιίστικους αγώνες, και την διεύρυνσή της με νέες δυνάμεις ρεύματα και αγωνιστές-τριες.

Μια ενωτική, μαχητική αγωνιστική παρέμβαση στο εργατικό και λαϊκό κίνημα για την διεκδίκηση των σύγχρονων αναγκών και δικαιωμάτων του κόσμου της δουλειάς, για την ανατροπή της ευρωμνημονιακής επίθεσης και της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, για την ταξική ανασυγκρότηση του κινήματος, για ενωτικές πρωτοβουλίες προς όλες τις μαχόμενες δυνάμεις του κινήματος και της Αριστεράς.

Την συσπείρωση των πολύμορφων δυνάμεων, ρευμάτων και αγωνιστών που εγκαταλείπουν τον ΣΥΡΙΖΑ, που αντιλαμβάνονται τα αδιέξοδα και τα όρια των ρεφορμιστικών προτάσεων, στην κατεύθυνση του αντικαπιταλιστικού πολιτικού μετώπου-πόλου. Για άμεσα ορατά βήματα στην πολιτική συνεργασία των αντικαπιταλιστικών, αντιιμπεριαλιστικών, αντι-ΕΕ δυνάμεων και των ευρύτερων δυνάμεων της ανατροπής.

 

Α. ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

 

Α1. Η αναιμική «ανάκαμψη» και η απειλή μιας νέας ύφεσης

2. Το καλοκαίρι του 2017 συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από την κατάρρευση της Bear Sterns στις ΗΠΑ, που έδωσε το έναυσμα για την μεγαλύτερη ύφεση που έχει γνωρίσει ο καπιταλισμός από τη δεκαετία του ’30. Η εικόνα που καλλιεργούν συστηματικά οι διαχειριστές του συστήματος είναι ότι η κρίση αποτελεί παρελθόν, αποτελεί ένα ατύχημα. Ισχυρίζονται ότι οι διασώσεις των τραπεζών με κρατικό χρήμα σε συνδυασμό με τις νεοφιλελεύθερες «μεταρρυθμίσεις» ξαναβάζουν το σύστημα σε τροχιά σταθεροποίησης και ανάπτυξης.

Οι δυνάμεις του κεφαλαίου επιχειρούν να υπερβούν την κρίση μέσα από την προώθηση των αντιδραστικών καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, σε όλα τα πεδία από την παραγωγή ως το πολιτικό σύστημα: Με την τεράστια εμβάθυνση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, με την προώθηση της ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης των πάντων, με την αξιοποίηση και προώθηση επιστημονικών καινοτομιών για την ένταση της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης της εργατικής τάξης, με την άνευ προηγουμένου συγκέντρωση του κεφαλαίου, της ιδιοκτησίας και του πλούτου στα χέρια λίγων κεφαλαιοκρατών, με την τρομακτική ένταση της διπλής κλοπής των λαών και ολόκληρων περιοχών από τα ηγεμονικά καπιταλιστικά-ιμπεριαλιστικά κέντρα, μέσω και του ληστρικού μηχανισμού του «χρέους» που εκτινάσσεται διεθνώς. Ταυτόχρονα επιδιώκουν μια στροφή στην πολιτική αντίδραση (αντιδημοκρατικός κατήφορος της ΕΕ, μορφές επιτροπείας και ουσιαστικής κατάργησης της δημοκρατίας με διάρκεια, ενίσχυση της δεξιάς και ακροδεξιάς κ.ά.).

Πάνω στο έδαφος της κρίσης οξύνονται οι ανταγωνισμοί των ιμπεριαλιστικών κέντρων και των αστικών τάξεων σε όλο τον κόσμο. Οι πολεμικές εστίες πολλαπλασιάζονται, οι πολεμικοί εξοπλισμοί αναπτύσσονται παντού (ακόμη και στην καταχρεωμένη Ελλάδα), οι κίνδυνοι για πολεμικές συρράξεις δυναμώνουν. Μέσα στην κρίση του, το κεφάλαιο δεν διστάζει να βάψει τα χέρια του με αίμα προκειμένου να ενισχύσει την θέση του έναντι της εργατικής τάξης και των ανταγωνιστών του, προκειμένου να ξεπεράσει την κρίση του μέσα από την καταστροφή.

Όμως, η καπιταλιστική κρίση δεν ξεπερνιέται παρά τις επιθέσεις των καπιταλιστών στην εργατική τάξη ή τις ενέσεις ρευστότητας που κρατάνε την παγκόσμια οικονομία στην «εντατική» και φουσκώνουν την κερδοσκοπία. Οργανισμοί όπως ο ΟΟΣΑ και το ΔΝΤ παρουσίαζαν τους προηγούμενους μήνες ως «μεγάλη πρόοδο» το γεγονός ότι καταγραφόταν θετικό πρόσημο στις ΗΠΑ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ιαπωνία ταυτόχρονα. Στην πραγματικότητα, κάτω από την επιφάνεια των καθησυχαστικών διαβεβαιώσεων, οι ανησυχίες για την «υγεία» του συστήματος δεν μπορούν να κρυφτούν και διατυπώνονται ανοιχτά. Ακόμα και οι δικοί τους οργανισμοί (έκθεση του ΟΟΣΑ για την παγκόσμια οικονομία) ομολογούν ότι αυτό που παρουσιάζεται διεθνώς (αλλά και εδώ στην Ελλάδα από τον Τσίπρα) ως «ξεπέρασμα της κρίσης» δεν είναι παρά μια αναιμική ανάκαμψη κι ότι η προοπτική μιας νέας ύφεσης είναι κάτι παραπάνω από υπαρκτή. Η συζήτηση γίνεται για το πότε και το πώς αυτή θα ξεσπάσει.

Ένα «καμπανάκι» είναι η άνευ προηγουμένου διόγκωση του ιδιωτικού και δημόσιου χρέους διεθνώς. Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ «Παρά την κάποια απομόχλευση των τελευταίων χρόνων το χρέος των νοικοκυριών και των μη-χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων παραμένει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα σε πολλές χώρες και σε κάποιες συνεχίζει να αυξάνεται». Για τους ίδιους κινδύνους προειδοποιούν και οι πιο «έγκυροι» μηχανισμοί του διεθνούς κεφαλαίου  (ΔΝΤ, Deutsche Bank κ.ά.) που διαπιστώνουν ότι, παρά τις τρομακτικές ενέσεις ρευστότητας για την «διάσωση του τραπεζικού συστήματος» –που υπολογίζονται παγκοσμίως σε 34 τρισ. δολάρια!- τα αποτελέσματα είναι εξαιρετικά φτωχά, την ίδια στιγμή που με τη δημιουργία και τη συσσώρευση τεράστιων βουνών από χρέη και ελλείμματα δημιουργούνται οι όροι για μια ακόμα βαθύτερη ύφεση.

Το υπόβαθρο αυτού του φαύλου κύκλου είναι ότι η ίδια η «υγεία» του συστήματος δεν έχει αποκατασταθεί: Παρά την τεράστια επίθεση για την ανάκαμψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας, η κερδοφορία του κεφαλαίου συνεχίζει να είναι αδύναμη και στα χαμηλότερα επίπεδα όλης της μεταπολεμικής περιόδου. «Με την εξαίρεση της Ιαπωνίας, το 2016 όλες οι οικονομίες είχαν χαμηλότερα ποσοστά κέρδους συγκρινόμενα με το 2007 και σε κάποιες περιπτώσεις πολύ χαμηλότερα. Κατά τα δυο τελευταία χρόνια η κερδοφορία έχει μειωθεί σε όλες τις χώρες, ακόμα και στην Ιαπωνία».[1]

Η σημερινή δομική κρίση του καπιταλισμού, η αδυναμία υπέρβασής της και ανάκτησης «βιώσιμων ρυθμών ανάπτυξης» παρά τα τεράστια ποσά που δαπανήθηκαν για αυτόν τον σκοπό και παρά την ιστορικών διαστάσεων επίθεση στην εργατική τάξη και τους λαούς,  αναδεικνύουν τα ιστορικά όρια του ίδιου του συστήματος. Τα γιγάντια υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια δεν μπορούν να «αξιοποιηθούν» επενδυόμενα στην παραγωγή με τρόπο ικανοποιητικό για το κεφάλαιο, ενώ ούτε η καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και η υπερεκμετάλλευση της εργατικής τάξης και των λαών δεν είναι επαρκείς όροι για την ανάταξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας και το ξεπέρασμα της κρίσης.

Όλα τα γιατροσόφια και τα «μίγματα πολιτικών», των τελευταίων δέκα χρόνων, αντί να ξεπεράσουν την κρίση,  έχουν φορτώσει το σύστημα με νεκρά βάρη, με τους διαχειριστές του να περιπλανούνται σε ένα ναρκοπέδιο με πυκνή ομίχλη. Παράλληλα, οι επιθέσεις στην εργατική τάξη δεν έχουν καταφέρει να δώσουν φτερά στο σύστημα (ιστορικά, ο καπιταλισμός ποτέ δεν ξεπέρασε γενικευμένες κρίσεις εντείνοντας την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης) ούτε βέβαια κατάφεραν να αφαιρέσουν από την εργατική τάξη τη δυνατότητά της να παλεύει συλλογικά, να ενώνεται κόντρα στους διαχωρισμούς, στον αγώνα για τα άμεσα και ιστορικά της συμφέροντα.

Για αυτό τον λόγο όλες οι αστικές αντιλήψεις –οι οποίες επηρεάζουν την συζήτηση και στην αριστερά- που αντιμετωπίζουν την κρίση σαν «χρηματιστηριακή», σαν αποτέλεσμα της «αχαλίνωτης δράσης των τραπεζών» ή ακόμα και σαν κρίση της «ενεργού ζήτησης» έχουν χρεοκοπήσει. Μόνο τα όπλα της μαρξιστικής κριτικής μπορούν να αποκαλύψουν το «κρυμμένο της μυστικό»: ότι πρόκειται για κρίση που έχει την βάση της βαθιά στους νόμους της καπιταλιστικής παραγωγής και του συστήματος εκμετάλλευσης, μια κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, που οδηγεί στην αδυναμία ανάταξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Ο σημερινός καπιταλισμός δεν επιδέχεται λύσεις «κεϋνσιανού τύπου», «ενδιάμεσες» λύσεις ή λύσεις «κοινωνικού συμβολαίου». Γι’ αυτό η σοσιαλδημοκρατία συντάσσεται στη νεοφιλελεύθερη πολιτική, γι’ αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθεί αυτόν τον δρόμο. Γι’ αυτό η αντικαπιταλιστική πολιτική πρόταση δεν είναι κάποιος «ιδεολογικός πόθος», αλλά πηγάζει από την οξύτητα και τον χαρακτήρα των αντιθέσεων του σημερινού καπιταλισμού. Ο συνδυασμός των αδιεξόδων και των ανταγωνισμών των αρχουσών τάξεων με την οργή και τους αγώνες της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων δίνει νέες δυνατότητες για την Αριστερά γενικά και ιδιαίτερα για την επαναστατική, αντικαπιταλιστική αριστερά διεθνώς.

 

Α2. Η κρίση στην καρδιά της ΕΕ: από την οικονομία στην πολιτική

3. Η Ε.Ε. και η ευρωζώνη είναι αναπόσπαστο κομμάτι της κατάστασης του καπιταλισμού παγκόσμια. Μόνο από το 2015 και μετά η ΕΚΤ έχει «ρίξει» περίπου 2,3 τρισ. στη δική της εκδοχή της «ποσοτικής χαλάρωσης». Το ποσό αυτό ισοδυναμεί με το ετήσιο ΑΕΠ της Γαλλίας, που είναι η έκτη οικονομία στον κόσμο! Αυτή η τεράστια «ένεση» κατάφερε να δώσει τους σημερινούς αναιμικούς ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά και ταυτόχρονα να δημιουργήσει μια σειρά ερωτήματα για τα «πυρομαχικά που σώνονται» μπροστά στους αναμενόμενους νέους σπασμούς της κρίσης του συστήματος.

Οι ωρολογιακές βόμβες είναι πολλές. Παράδειγμα αποτελεί η Ιταλία: το ιταλικό δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει το 130% του ΑΕΠ (μόνο η Ελλάδα την ξεπερνάει) ενώ τα ελλείμματα εξακολουθούν να ρουφάνε το 2,5% του ΑΕΠ της χώρας. Η Ιταλία ξοδεύει για την εξυπηρέτηση του χρέους της περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης (περιλαμβανομένης και της Ελλάδας). Την ίδια στιγμή, οι ιταλικές τράπεζες είναι φορτωμένες με ένα βουνό «κόκκινων» δανείων που το καλοκαίρι του 2017 έφταναν τα 350 δισ. ευρώ. Τον Δεκέμβρη του 2016 η ιταλική κυβέρνηση αναγκάστηκε να διασώσει μια από τις αρχαιότερες ιταλικές τράπεζες, την Monte dei Paschi di Siena.

Στην πραγματικότητα η οικονομική κρίση όχι μόνο δεν ξεπερνιέται, αλλά μετατρέπεται και σε πολιτική κρίση, κλονίζοντας τα θεμέλια της «ευρωπαϊκής ενοποίησης». Ο πρώτος σεισμός ήρθε με το δημοψήφισμα στη Βρετανία για το Brexit (έξοδο από την ΕΕ) τον Ιούνη του 2016. Η εξήγηση που έδιναν τότε τα διάφορα επιτελεία (προπαγανδιστικά και μη) ήταν ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος σχετίζεται με κάποιες βρετανικές ιδιορρυθμίες (και με τον υποτιθέμενο ρατσισμό της βρετανικής «λευκής» εργατικής τάξης) και σίγουρα όχι με κάτι που θα απειλήσει σοβαρά το οικοδόμημα της ΕΕ. Τα αποτελέσματα  των γερμανικών εκλογών τον Σεπτέμβρη του 2017 ήρθαν όμως να επιβεβαιώσουν την εικόνα της πολιτικής κρίσης στον «πυρήνα» της Ε.Ε. Τα παραδοσιακά κόμματα που στήριξαν το «θαύμα» του γερμανικού καπιταλισμού μεταπολεμικά και διαχειρίστηκαν την «ευρωπαϊκή ενοποίηση» είδαν τα ποσοστά τους να πέφτουν στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1949 -κι αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία.

Η κυβέρνηση του Ραχόι στην Ισπανία προβαλλόταν επίσης ως παράδειγμα επιτυχημένης «εξόδου από την κρίση». Όμως, ήρθαν οι εξελίξεις και το κίνημα στην Καταλονία και ράγισαν αυτή τη βιτρίνα. Στις εκλογές της 21 Δεκέμβρη στην Καταλονία φάνηκε ανάγλυφα και η αντοχή του κινήματος (ανεξάρτητα από την ηγεσία του) και τα αδιέξοδα της πολιτικής πυγμής του Ραχόι που είχε και έχει την στήριξη όλης της ΕΕ. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πολύ σωστά εξέφρασε την αλληλεγγύη της στο κίνημα που πάλεψε και παλεύει στην Καταλονία, από την σκοπιά των κοινωνικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων των εργαζόμενων και του λαού, και όχι σε συμμαχία με την καταλανική αστική τάξη.

Στην Πορτογαλία αυτό που παρουσιάζεται ως «επιτυχία» της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης, που έχει τη στήριξη της αριστεράς, δεν είναι παρά η διαχείριση της μνημονιακής πραγματικότητας, με οριακές βελτιώσεις απαραίτητες για την πολιτική σταθεροποίηση της κατάστασης. Η τοποθέτηση του πορτογάλου υπουργού Οικονομικών στη θέση του προέδρου του Eurogroup δείχνει ότι αυτή η πολιτική είναι –και στην περίπτωση αυτή- επιθυμητή από τα κέντρα του συστήματος, προς το οποίο λειτουργεί σαν «εφεδρεία».

4. Η ίδια η διαδικασία της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης έχει μπει σε κρίση, που τροφοδοτείται τόσο «από κάτω», από την πλατιά δυσαρέσκεια των μαζών, όσο και «από πάνω» την ένταση των αντιθέσεων και ανταγωνισμών.

Η απάντηση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου είναι η ένταση της αντιδραστικής θωράκισης της οικονομικής και πολιτικής λειτουργίας της Ε.Ε.: θεσμική εμπέδωση και επιβολή των «νεοφιλελεύθερων»-καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, μορφές διαρκούς επιτροπείας, υπουργός οικονομικών για την συγκέντρωση των αποφάσεων, ένταση της ανισομέρειας και των ανισοτήτων, ισχυρή τάση προς την στρατιωτικοποίηση. Όμως το «όχημα» για αυτά τα «προχωρήματα» από την πλευρά του κεφαλαίου, δηλαδή η ανανέωση και ισχυροποίηση του «γαλλογερμανικού άξονα» ως της ατμομηχανής που θα πάει μπροστά την «ευρωπαϊκή ενοποίηση» και θα αναζωογονήσει τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό, μέσα από το «πετυχημένο» δίδυμο Μέρκελ-Μακρόν, δέχτηκε πολύ ισχυρό πλήγμα. Τα σχέδια που πριν από μερικούς μήνες έμοιαζαν και σαν σωσίβιο και σαν όραμα για τις άρχουσες τάξεις της Ε.Ε. -και στα οποία επένδυε και ο Τσίπρας για να δικαιολογήσει την επιλογή ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική έξω από ευρώ και ΕΕ»- έδειξαν νωρίς τα όριά τους.

Όλες αυτές οι εξελίξεις καταρρίπτουν κάθε απάτη περί δυνατότητας της Ε.Ε. να αλλάξει σε φιλολαϊκή κατεύθυνση. Η ΕΕ δεν μεταρρυθμίζεται, δεν τροποποιείται, ανατρέπεται. Γι’ αυτό είναι αναγκαίο παρά ποτέ να δυναμώσουμε την πάλη κατά της Ε.Ε. Η αντικαπιταλιστική διεθνιστική έξοδος από την Ε.Ε. είναι η μόνη προοπτική για τους εργαζόμενους. Δεν χαρίζουμε τα πολύμορφα και αντιφατικά ρεύματα αμφισβήτησης της Ε.Ε. στον αστικό ευρωσκεπτικισμό και την ακροδεξιά.

5. Τα σοκ για τους «από πάνω» θα συνεχιστούν. Τροφοδοτούν και τροφοδοτούνται από τους αγώνες, τις αντιστάσεις και την αμφισβήτηση των «από κάτω».  Η σχέση είναι διαλεκτική. Οι ανταγωνισμοί τόσο στο εσωτερικό των αστικών τάξεων όσο και ανάμεσα στις αστικές τάξεις δεν εκτυλίσσονται σε ένα τοπίο όπου η αντίσταση των «από κάτω» έχει τσακιστεί, εξανεμιστεί ή ενσωματωθεί. Το αντίθετο συμβαίνει.

Το κίνημα στην Καταλονία δεν ξεπήδησε από το πουθενά. Ήταν απότοκο των μαχών ενάντια στη λιτότητα και τις επιθέσεις της δεξιάς από το 2011 τουλάχιστον («πλατείες», απεργίες κλπ). Την ίδια διαδικασία, της αναζήτησης μεγάλων κομματιών εργατών/τριών και νεολαίας προς τ’ αριστερά, προς την πολιτική έκφραση της ταξικής οργής ενάντια στις ατέλειωτες θυσίες που απαιτούν οι άρχουσες τάξεις, τη διακρίνουμε και στην επανεμφάνιση μαζικών «αριστερών» ρεφορμιστικών ρευμάτων, για παράδειγμα γύρω από τον Κόρμπιν ή τον Μελανσόν στη Βρετανία και την Γαλλία. Γνωρίζουμε πολύ καλά τα όρια τέτοιων ηγεσιών και των προγραμμάτων που εκπροσωπούν. Ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ δώσαμε τη μάχη και στην Ελλάδα και διεθνώς, για τη διατήρηση της αυτοτέλειας της επαναστατικής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς σε περιόδους που η ελκτική δύναμη κομμάτων τύπου ΣΥΡΙΖΑ έμοιαζε ακαταμάχητη. Δικαιωθήκαμε σε αυτή την στάση.

Το κέρδισμα του κόσμου που κάνει τα πρώτα βήματα σε μια πορεία προς τα αριστερά, με τις αντιφάσεις και τα όριά του, δεν είναι μονόπρακτο. Η εργατική τάξη και οι λαοί είναι δυνατόν να προσεγγίσουν στην σημερινή εποχή την ανάγκη της αντικαπιταλιστικής ρήξης και των επαναστατικών ιδεών, να φτάσουν πολύ πέρα από τα όρια του κοινοβουλευτικού δρόμου, στο βαθμό όμως που υπάρχει και συγκροτείται με πολιτική και οργανωτική αυτοτέλεια η αντικαπιταλιστική επαναστατική αριστερά, αναπτύσσονται οι απελευθερωτικές και κομμουνιστικές ιδέες σαν στρατηγικά «εναλλακτική απάντηση» στον βάρβαρο καπιταλισμό και δημιουργούνται οι όροι της κοινής δράσης μέσα στους αγώνες και της επαφής με την συνείδηση όλου του δυναμικού που αναζητά προς τα αριστερά. Σε αυτό τον δρόμο βαδίζει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Α3. Η όξυνση των  ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και  το «φαινόμενο» Τραμπ

6. Στο διάστημα που έχει περάσει από την 3η Συνδιάσκεψη οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί έχουν οξυνθεί, η παγκόσμια «αταξία» έχει εξαπλωθεί και τα «θερμά σημεία» στον πλανήτη πολλαπλασιάζονται. Ενώ η ανάφλεξη πριν από δυο χρόνια στην Ουκρανία, ως αποτέλεσμα της τεράστιας όξυνσης του κοινωνικού και εθνικού ζητήματος και του επικαθορισμού του από τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, έμοιαζε να καταλαγιάζει, η Μέση Ανατολή έπαιρνε φωτιά με την κλιμάκωση του πολέμου στην Συρία και την επέμβαση μεγάλων ιμπεριαλιστών και περιφερειακών υποϊμπεριαλισμών στην σφαγή που εξελισσόταν εκεί.

Σήμερα το «μέτωπο» των ανταγωνισμών στη Μέση Ανατολή παραμένει ενεργό. Το 2017 τελειώνει με το μαζικό Παλαιστινιακό κίνημα να δίνει ηρωικές μάχες μετά τη μονόπλευρη αναγνώριση από τον Τραμπ της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του κράτους-τρομοκράτη του Ισραήλ. Την ίδια στιγμή, η διεθνής αναμέτρηση στην Συρία δυναμώνει αντί να καταλαγιάζει μετά την ήττα του ISIS και εμπλέκει ολοένα και περισσότερο τα γειτονικά κράτη (Τουρκία, Ιράν, Ιράκ, με κλιμάκωση κα των ισραηλινών στρατιωτικών προκλήσεων) αλλά και τις βασικές ιμπεριαλιστικές χώρες (Ρωσία-ΗΠΑ), που συμμετέχουν με σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις, σε κίνδυνο άμεσης αντιπαράθεσης.

Κλιμακώθηκε επίσης η ιμπεριαλιστική επέμβαση στην Υεμένη με τη στρατιωτική εισβολή της Σαουδικής Αραβίας και άλλων και τον σφαγιασμό του λαού της Υεμένης. Η Σαουδική Αραβία, εξάλλου, σε στενή συνεργασία με τις ιμπεριαλιστικές ΗΠΑ, έχει φθάσει ήδη στην 3η θέση των στρατιωτικών εξοπλισμών παγκόσμια, με ευρύτερες βλέψεις ηγεμόνευσης στην περιοχή (βλ. και τη σύγκρουση με το Κατάρ) και σε μετωπική σύγκρουση με το Ιράν.

Η κρίση στην Κορεατική χερσόνησο, με τις συνεχείς απειλές του Τραμπ ότι μπορεί να αφανίσει τη Βόρεια Κορέα κάθε φορά που το  αυταρχικό καθεστώς της προχωράει σε πυρηνική δοκιμή ή εκτόξευση πυραύλου, αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τα πιο θερμά σημεία του πλανήτη. Αυτή η εστία έντασης δεν είναι δημιούργημα «δυο τρελών». Είναι προϊόν ευρύτερων ανταγωνισμών. Μέσω της Κορέας ο Τραμπ επιχειρεί να κλιμακώσει τις αμερικάνικες πιέσεις πάνω στην Κίνα.

Η Κίνα αποτελεί μια αναδυόμενη ιμπεριαλιστική δύναμη που κινείται πλέον οικονομικά όχι μόνο με τεράστιες εξαγωγές εμπορευμάτων αλλά και με εξαγωγές κεφαλαίων σε πολλές χώρες που παλιά ήταν προνομιακό πεδίο των ηγεμονικών καπιταλιστικών κρατών της Δύσης (ιδιαίτερα στην Αφρική αλλά και στη Νοτιοανατολική Ασία). Ταυτόχρονα όμως αποτελεί πολύτιμο εμπορικό εταίρο και των ΗΠΑ και της Ε.Ε. και κυρίως διαθέτει τεράστια αποθεματικά σε δολάρια τα οποία είναι τοποθετημένα σε αμερικανικά ομόλογα. Ένας ανοιχτός οικονομικός πόλεμος των ΗΠΑ κατά της Κίνας δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Επιπλέον, η Κίνα αμφισβητεί στρατιωτικά τον αμερικάνικο έλεγχο στον Ειρηνικό Ωκεανό, αλλά μια ευθεία στρατιωτική αντιπαράθεση ΗΠΑ-Κίνας είναι δύσκολη για πολλούς λόγους. Αναγκαστικά, οι ανταγωνισμοί παίρνουν πλάγιες μορφές. Και σε αυτές πρέπει να προσθέσουμε και τους ανταγωνισμούς με την Ε.Ε. που ανησυχεί για την κινεζική διείσδυση στην ανατολική Ευρώπη.

Η απόφαση του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ τον Σεπτέμβρη του 2017 εκτιμούσε ότι: “Ένα περίπου χρόνο μετά την ανάδειξη Τραμπ στις ΗΠΑ, κλιμακώνεται η πολεμοκάπηλη πολιτική απέναντι σε όποια χώρα θεωρεί αντίπαλο. Βενεζουέλα, Β. Κορέα, Ιράν έχουν μπει στο στόχαστρο των ΗΠΑ, με τελευταίο δείγμα την ανατριχιαστική ομιλία του Τραμπ στην ΓΣ του ΟΗΕ. Μέσα  στις ίδιες τις ΗΠΑ οι αντιφάσεις και οι αντιθέσεις οξύνονται. Οι αμφιβολίες για την οικονομική πολιτική, για την ουσία της πολιτικής «Αmerica first», της δυνατότητας να εφαρμόσει πολιτικές «προστατευτισμού» -όπως υποσχόταν- στην εποχή της καπιταλιστικής «παγκοσμιοποίησης», η ευστάθεια του πολιτικού συστήματος, οι σχέσεις με την ακροδεξιά, αλλά και η εξωτερική πολιτική  (απόσυρση από την συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, όξυνση της επιθετικής ρητορικής στα «ανοιχτά μέτωπα» με Ρωσία, Βόρεια Κορέα, Κίνα, Ιράν κλπ) οξύνουν τις αντιθέσεις στους κόλπους του αμερικάνικου κεφαλαίου ενώ δεν δείχνουν έως τώρα να μπορούν να εδραιώσουν την ηγετική θέση του αμερικάνικου καπιταλισμού στο παγκόσμιο σύστημα”. Αυτή η σωστή εκτίμηση επιβεβαιώνεται από τις νέες εξελίξεις.

7. Σε εποχές κρίσης, σημαντικό τμήμα των κεφαλαίων επιστρέφει στην «εθνική του βάση», με αποτέλεσμα να επιδιώκονται μέτρα στήριξης του κεφαλαίου, «οικονομικού πολέμου» ή/και «προστατευτισμού», να υψώνονται τείχη (με πρώτο στόχο πρόσφυγες, μετανάστες και μειονότητες), να αναπτύσσεται η εθνική ρητορική, ως μέσο για τη διεκδίκηση καλύτερης θέσης των κεφαλαίων αυτών στον διεθνή καταμερισμό. Προφανώς δεν έχουμε το «τέλος της παγκοσμιοποίησης», αλλά μια βαθιά κρίση της υπάρχουσας μορφής καπιταλιστικής διεθνοποίησης και μια προσπάθεια ανασυγκρότησής της. Αυτή η προσπάθεια είναι το ταξικό περιεχόμενο της «εθνικής» ή «αντιπαγκοσμιοποιητικής»  ρητορικής του Τραμπ, της Μέη,  άλλων τμημάτων του κεφαλαίου και των κυβερνήσεών του (Ανατολική Ευρώπη κλπ) και τμημάτων της ακροδεξιάς (όπως η Λεπέν κ.ά.). Η τάση αυτή, σε διαφορετικό βαθμό, εκφράζεται σε όλες τις χώρες και στις αστικές πολιτικές δυνάμεις, είτε εμφανίζονται ως εθνικιστές είτε ως κοσμοπολίτες.

Για τον λόγο αυτό χρειάζεται αυστηρός διαχωρισμός από όλες αυτές τις αστικές δυνάμεις. Το περιεχόμενο της «εθνικής» και «αντιπαγκοσμιοποιητικής» τους πολιτικής είναι βαθύτατα αντιδραστικό. Η ανειρήνευτη πάλη μας όχι μόνο ενάντια στην Ε.Ε., αλλά ενάντια στους θεσμούς του διεθνοποιημένου καπιταλισμού (ΔΝΤ, ΟΟΣΑ, CETA κλπ) γίνεται σταθερά από εργατικές διεθνιστικές θέσεις.

8. Αποτέλεσμα της όξυνσης των ανταγωνισμών είναι το πύκνωμα των πολεμικών συγκρούσεων και η απειλή εκδήλωσης γενικευμένων πολέμων σε περιφερειακό ή και ευρύτερο επίπεδο, με πιθανή άμεση συμμετοχή και αντιπαράθεση ηγετικών καπιταλιστικών κρατών.

Η αμφισβήτηση της ηγεμονίας τους, οδηγεί τις ΗΠΑ σε πολιτικοστρατιωτική και οικονομική αντεπίθεση, η οποία δημιουργεί νέες μεγάλες απειλές για την ειρήνη στον πλανήτη, ιδιαίτερα στην περιοχή μας, αλλά και σε Ειρηνικό, βόρεια Ευρώπη κ.α. Εντείνεται η κούρσα των ανταγωνισμών και της πολεμικής προετοιμασίας στην οποία, εκτός των ΗΠΑ, συμμετέχουν με ένταση και η Κίνα, η Ρωσία, η Γερμανία και συνολικά η ΕΕ. Η ΕΕ στρατιωτικοποιείται ραγδαία μέσω της συγκρότησης της PESCO, της Μόνιμης Δομής Συνεργασίας για την άμεση ανάπτυξη του ευρωστρατού, της ανάπτυξης του ευρωπαϊκού σχηματισμού μάχης, του ευρωστρατηγείου επεμβάσεων, της ακτοφυλακής-συνοριοφυλακής κ.ά. Τα κράτη-μέλη της επεμβαίνουν σε μια σειρά χώρες (Λιβύη, υποσαχάρια Αφρική, Αφγανιστάν κ.λπ.).

Διαμορφώνεται δυναμική νέων προσφυγικών ρευμάτων, τα οποία αντιμετωπίζουν τα ματωμένα τείχη της ΕΕ, ανεβάζοντας το βαρύ τίμημα σε ανθρώπινες ζωές στη Μεσόγειο. Η ανάπτυξη του αντιπολεμικού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος σε σύνδεση με τον συνολικό αντικαπιταλιστικό αγώνα γίνεται θέμα κυριολεκτικά ζωής και θανάτου για τους λαούς.

 

Α4. Στροφή του συστήματος στην πολιτική αντίδραση. Η ακροδεξιά και φασιστική απειλή και η απάντηση της Αριστεράς

9. Στο πολιτικό σύστημα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια στροφή στην «αντίδραση σε όλη την γραμμή». Όλοι οι μοχλοί της εξουσίας συγκεντρώνονται όλο και περισσότερο απευθείας στα χέρια του κεφαλαίου, ενισχύεται η εκτελεστική εξουσία και το αστικό «βαθύ κράτος», καθώς και οι μηχανισμοί σύνδεσης με τις καπιταλιστικές ολοκληρώσεις. Εμπεδώνονται μηχανισμοί μόνιμης επιτροπείας. Αυταρχικοποιείται το κράτος, στο οποίο αναβαθμίζεται η χρήση της βίας (άμεσης ή έμμεσης) κατά του λαού, ο έλεγχος, η παρακολούθηση, ο εργοδοτικός δεσποτισμός, χτυπιούνται οι δημοκρατικές κατακτήσεις και ελευθερίες. Αποδεικνύεται ότι ο καπιταλισμός είναι ασύμβατος με τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις κατακτήσεις των εργαζόμενων.

Όψη της πολιτικής κρίσης και της πόλωσης είναι η εμφάνιση της ακροδεξιάς και των φασιστών. Οι ρατσιστικές-ισλαμοφοβικές εκστρατείες είναι κεντρικός άξονας της στρατηγικής των αρχουσών τάξεων για να διαιρέσουν την εργατική τάξη, να απομονώσουν και να κατακερματίσουν τις αντιστάσεις. Αυτές οι πολιτικές, τα κλειστά σύνορα, οι «φράχτες», η «Ευρώπη-Φρούριο» γεμίζουν τη Μεσόγειο πτώματα, γεμίζουν τα σκλαβοπάζαρα της Λιβύης και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στα νησιά. Παράλληλα είναι το θερμοκήπιο για την ανάπτυξη των φασιστών, της Λεπέν, του AfD που μπήκε στην γερμανική βουλή, του Κόμματος της «Ελευθερίας» που μπήκε στην κυβέρνηση της Αυστρίας, την επανεμφάνιση των βρυκολάκων του φρανκισμού στο ισπανικό κράτος αλλά ακόμα και στους δρόμους της Αμερικής κάτω από την ομπρέλα του Τραμπ όπως είδαμε το καλοκαίρι στη Σαρλότσβιλ με τη δολοφονία της Χεδερ Χάγιερ.

Η μάχη ενάντια στον ρατσισμό και την ισλαμοφοβία, τα κλειστά σύνορα είναι κορυφαία πολιτική μάχη για την Αριστερά και το κίνημα διεθνώς. Είμαστε αντίθετοι σε οποιαδήποτε υποτίμηση αυτής της μάχης. Όταν η Αριστερά πρωτοστατεί σε αυτή τη μάχη, δημιουργεί την καλύτερη προϋπόθεση για να επικοινωνήσει και να συνδεθεί με την αντιφασιστική οργή εκατομμυρίων ανθρώπων στην Ευρώπη και την Αμερική.

Δίνουμε την μάχη αυτή με ενωτικό μαζικό τρόπο. Επιδιώκουμε  το αντιφασιστικό-αντιρατσιστικό κίνημα να παίρνει αντικυβερνητικά αντιΕΕ χαρακτηριστικά. Απευθυνόμαστε σταθερά για τον αντιφασιστικό αγώνα  σε όλες τις δυνάμεις της μαχόμενης αριστεράς και της αυτονομίας για μαχητική ενωτική δράση. Υποστηρίζουμε τις πρωτοβουλίες συντονισμού του διεθνούς αντιρατσιστικού και αντιφασιστικού κινήματος, όπως αυτή για τις 17 Μάρτη που καλούν η ΚΕΕΡΦΑ ο ΣΥΠΡΟΜΕ και ένα πλήθος αντιρατσιστικών, αντιφασιστικών και άλλων συλλογικοτήτων.

Α5. Καπιταλισμός και περιβάλλον σχέση καταστροφής

10. Το κεφάλαιο αντιμετωπίζει τη φύση, το φυσικό και δομημένο περιβάλλον, ως αναλώσιμο, καύσιμη ύλη για την κερδοφορία του. Αποτέλεσμα; Κλιματική αλλαγή με ανυπολόγιστες συνέπειες, πρωτοφανής περιβαλλοντική καταστροφή, ρύπανση και μόλυνση, πόλεις-τέρατα,  εξάντληση των φυσικών πόρων, μεταλλαγμένα, επέλαση των «επενδυτών» ενάντια σε κάθε δημόσιο, πολιτιστικό, ιστορικό και κοινωνικό αγαθό. Το σύνολο των περιβαλλοντικών προβλημάτων πηγάζει από την καθολική υπαγωγή όλων των πλευρών της κοινωνικής ζωής και της φύσης στο καθεστώς της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, της διευρυμένης εμπορευματικής παραγωγής και της κεφαλαιακής συσσώρευσης.

Ο σύγχρονος  καπιταλισμός, στο όνομα της «ανάπτυξης» προκαλεί μια ιστορικά ποιοτική αρνητική μεταβολή στους όρους της ζωής στον πλανήτη Γη. Εντέλει, χωρίς την απαλλαγή της κοινωνίας και της φύσης από τα δεσμά των καπιταλιστικών σχέσεων είναι αδύνατη και η ισορροπία του ανθρώπου με το «ανόργανο σώμα» του (Μαρξ), τη φύση, και η οικολογική ισορροπία αυτή καθαυτή.

Η πλημμύρα στην Μάνδρα, που οδήγησε σε θάνατο 23 ανθρώπους και κατέστρεψε την πόλη, ανέδειξε τις εγκληματικές συνέπειες του καπιταλισμού στο περιβάλλον και στη χώρα μας. Πλάι στο έγκλημα της Μάνδρας, υπάρχει ατελείωτος κατάλογος τέτοιων περιβαλλοντικών εγκλημάτων, από τις Σκουριές στη Χαλκιδική μέχρι το παλιό αεροδρόμιο του Ελληνικού και από την εξόρυξη πετρελαίου στην Ήπειρο και την τσιμεντοποίηση της περιοχής Τοπλού στο Λασίθι μέχρι το ιδιωτικό ποδοσφαιρικό γήπεδο στη Νέα Φιλαδέλφεια.

Στην Ελλάδα έχει στηθεί ένα πανηγύρι κερδοσκοπίας πάνω στη γη και στο περιβάλλον με πρωταγωνιστές μεγαλοκαπιταλιστές, τράπεζες, επενδυτικά funds, με την αρωγή και κατεύθυνση των δανειστών μέσω του υπερταμείου, της ΕΕ με τα στοχευμένα σ' αυτή την κατεύθυνση προγράμματα χρηματοδότησης της κυβέρνησης και των περιφερειών. Δεν είναι τυχαίο ότι η πληγείσα από τις πλημμύρες περιοχή του Θριάσιου (από τις πιο υποβαθμισμένες και χωρίς υποδομές περιοχές της Ελλάδας) προορίζεται για ένα απέραντο Logistics Πάρκο σε σύνδεση με τις ιδιωτικές προβλήτες της Cosco στο λιμάνι του Πειραιά, την ιδιωτικοποιημένη ΤΡΑΙΝΟΣΕ για μεταφορές στην Ευρώπη και τις οδικές αρτηρίες της Αττικής Οδού και της Ολυμπίας Οδού. Όλο αυτό το σχέδιο πατάει, μεταφορικά και κυριολεκτικά, στα μπαζωμένα ρέματα της περιοχής με κίνδυνο να επαναληφθεί η τραγωδία του Νοέμβρη. 

Η θυσία του περιβάλλοντος στο βωμό του κέρδους πάει χέρι χέρι με την πολιτική των μνημονίων: Περικοπές και ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων οργανισμών και δομών και των παρεχόμενων υπηρεσιών και έργων, είτε άμεσα είτε μέσω ΣΔΙΤ, παραχωρήσεις δημόσιων δομών και εκτάσεων σε ιδιώτες, παράκαμψη της προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος. Βασικά έργα υποδομής για τη ζωή και την υγεία των κατοίκων δεν γίνονται, γιατί δεν είναι επικερδή για το κεφάλαιο, ενώ τα κερδοφόρα, για το κεφάλαιο, φαραωνικά και άχρηστα για τον κόσμο έργα προωθούνται με διαδικασίες fast track. Η «ανάπτυξη» που επαγγέλλονται βασίζεται ακριβώς σε αυτό το δίπολο.

 

Α6. Η ένταση της έμφυλης καταπίεσης και το γυναικείο κίνημα

11.       Μέσα στα χρόνια της κρίσης, οι σεξιστικές διακρίσεις, τα φαινόμενα έμφυλης βίας στην οικογένεια, στην εργασία, στο δρόμο ενάντια σε γυναίκες και ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αυξάνονται και πάνε χέρι-χέρι με τις οικονομική ανισότητα, την ψαλίδα στους μισθούς, τη διάλυση των  δομών του κράτους πρόνοιας, τα χτυπήματα στις γυναικείες κατακτήσεις που κερδήθηκαν με αγώνες μια προηγούμενη περίοδο.

Οι πρώτες πράξεις της κυβέρνησης Τραμπ έστειλαν σαφές μήνυμα. Κατάργηση του βραχύβιου προγράμματος δημόσιας περίθαλψης, του γνωστού ObamaCare, με βαθύτατες συνέπειες για τις γυναίκες, με την κατάργηση της παροχής δωρεάν εξετάσεων προγεννητικού ελέγχου να είναι μία από τις πλέον σοβαρές. Οι πολιτικές αυτές είναι κοινές σε όλο τον δυτικό κόσμο: Στην Ισπανία, στην Ιρλανδία, στην Πολωνία και στην Τουρκία οι κυβερνήσεις προσπάθησαν να περάσουν νόμους που θα καταργούσαν επί της ουσίας το δικαίωμα στην άμβλωση. Στην Αγγλία κλείνουν οι στέγες για τις κακοποιημένες γυναίκες. Στην Ρωσία ψηφίστηκε νόμος που περιορίζει τις ποινές στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, κάτω και από την πίεση της ορθόδοξης εκκλησίας. Σύμφωνα με την Έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (2016), οι ευκαιρίες συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας είναι 27% λιγότερες σε σχέση με τους άνδρες, το 57% των μερικά απασχολούμενων είναι γυναίκες, ο μέσος όρος της μισθολογικής διαφοράς ανάμεσα στους άνδρες και στις γυναίκες είναι 23%. Η περίφημη ισότητα των δυο φύλων στην πράξη έχει μείνει στα χαρτιά.

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2016, η ανεργία των γυναικών φτάνει στο 27,6% έναντι του 19,4 των αντρών. Στις νέες γυναίκες, 15-24 ετών, το παραπάνω ποσοστό φτάνει στο 52,5%. Η διάλυση των εργασιακών σχέσεων αλλά και των δημόσιων δομών υγείας και πρόνοιας έχει μετατρέψει τη μητρότητα από δικαίωμα σε βραχνά για τις γυναίκες. Για μια άνεργη ή χαμηλόμισθη εργαζόμενη είναι σχεδόν αδύνατο να καλύψει τα απαραίτητα έξοδα, ενώ δεν είναι λίγα τα παραδείγματα όπου γυναίκες έχασαν τη δουλειά τους λόγω εγκυμοσύνης.

 

Α5. Η επικαιρότητα της πάλης για τον κομμουνισμό

12. Το δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», καπιταλιστική επίθεση ή ανατρεπτική πάλη, επανάσταση και κομμουνιστική απελευθέρωση έρχεται αντικειμενικά στο ιστορικό προσκήνιο με νέα δυναμική.

Μόνο η θετική, δημιουργική δύναμη της σύγχρονης εργατικής τάξης, με τις αναβαθμισμένες γνώσεις και δυνατότητες, με την οργάνωση και την προοπτική της μπορεί αντικειμενικά να ανοίξει δρόμους για την απελευθέρωση του εαυτού της και για την απελευθέρωση όλης της κοινωνίας από τα δεσμά του κέρδους, της ιδιοκτησίας, της εκμετάλλευση.

Η στρατηγική κομμουνιστική απάντηση στην καπιταλιστική ΤΙΝΑ είναι ο δρόμος της εργατικής και λαϊκής αντεπίθεσης, της συγκέντρωσης πρωτοπόρων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, της ανατροπής των κρατικών πολιτικών συσχετισμών, της ανατροπής της αντιλαϊκής επίθεσης και των διαχειριστών της αστικής εξουσίας και κυριαρχίας, με την εργατική αντικαπιταλιστική επανάσταση, που έχει ως τελικό στόχο την σοσιαλιστική-κομμουνιστική νέα κοινωνία των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών του κοινωνικού πλούτου, με πλήρη κατάργηση κάθε κυριαρχίας, αποξένωσης και αλλοτρίωσης, με πλήρη αρμονία ανθρώπου-φύσης.

 

Β. Η συγκυρία στην Ελλάδα Β1. «Κανονικότητα»; Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

13. Η κυβερνητική προπαγάνδα «δίνει τα ρέστα της» για να πείσει ότι «βγαίνουμε από το τούνελ» των μνημονίων και ότι πλέον θα υπάρχουν τα περιθώρια για φιλολαϊκή διαχείριση. Λέει ψέματα. Ούτε η πραγματικότητα της παγκόσμιας οικονομίας ούτε η κατάσταση του ελληνικού καπιταλισμού ανταποκρίνονται σε αυτές τις δοξασίες.

Η κυβέρνηση και τα φιλικά της ΜΜΕ πανηγυρίζουν σαν επιβεβαίωση της «επιστροφής στην κανονικότητα» το γρήγορο κλείσιμο της «τρίτης αξιολόγησης». Τι σημαίνει πραγματικά για την εργατική τάξη, τη νεολαία, τους φτωχούς αυτή η «επιτυχία» το δείχνει ανάγλυφα ο προϋπολογισμός του 2018 με το κανιβαλικό πρόγραμμα περικοπών που διαλύουν σχολεία, σχολές, νοσοκομεία, κάθε κοινωνική υπηρεσία.

Τα μέτρα του πρόσφατου πολυνομοσχεδίου ήρθαν να προσθέσουν περικοπές μισθών και συντάξεων, περαιτέρω διάλυση του κοινωνικού κράτους, προσπάθεια ιδιωτικοποίησης κάθε δημόσιου αγαθού (ρεύμα, νερό, συγκοινωνίες) με το πέρασμα των ΔΕΚΟ στο υπερταμείο. Όλα αυτά προστίθεται στην υπερχρέωση των νοικοκυριών και τη φτώχεια που έχουν επιβληθεί με τα προηγούμενα Μνημόνια και τα διαδοχικά προαπαιτούμενα. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ακολουθεί πολιτική αρπαγής λαϊκής κατοικίας και περιουσίας με χιλιάδες πλειστηριασμούς και κατασχέσεις, με προώθηση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και του ιδιώνυμου ενάντια σε όποιον αντιστέκεται. Την ίδια στιγμή, προσπαθεί να υλοποιήσει τη χειρότερη επίθεση στο δικαίωμα στην απεργία και στα πρωτοβάθμια συνδικάτα από την εποχή του ν. 330. Η Αχτσιόγλου παίρνει τη σκυτάλη απ’ τον …Λάσκαρη.

Χαρακτηριστικές είναι και οι τομές που επιχειρεί στην εκπαίδευση: Υιοθετεί τις «καλές πρακτικές» του ΟΟΣΑ. Συνεχίζει την αντιδραστική αναδιάρθρωση,  επεκτείνει τον νόμο Διαμαντοπούλου. Κλιμακώνει την επίθεση στα μορφωτικά δικαιώματα μαθητών και στα εργασιακά των εκπαιδευτικών (σχολείο της αγοράς – επιχειρηματικότητα, συγχωνεύσεις, αύξηση ωραρίου κ.α. που ενσωματώθηκαν στο  πολυνομοσχέδιο με τα προαπαιτούμενα) καθώς και στο  Νέο Λύκειο που εντείνει τους ταξικούς φραγμούς, σπρώχνοντας τους νέους στη μαθητεία και στην μισοκατάρτιση. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τους άθλιους μισθούς (και την πρόβλεψη να πληρώνονται λιγότερα οι κάτω των 25!), οδηγούν σε τεράστια ένταση της εκμετάλλευσης των νέων που βγαίνουν στην αγορά εργασίας.

Η «έξοδος από τα Μνημόνια» που σκηνοθετεί η κυβέρνηση για το καλοκαίρι του 2018 είναι μια επικοινωνιακή φούσκα εσωτερικής κατανάλωσης (ανάλογη με την «έξοδο στις αγορές» του Σαμαρά και του Τσακαλώτου). Οι συμφωνίες που έχουν συνομολογηθεί με την ΕΕ και την ΕΚΤ περιλαμβάνουν την «επιτήρηση» της ελληνικής οικονομίας και την επιτροπεία μέχρι τουλάχιστον το 2060. Για τις επόμενες δεκαετίες τα πρωτογενή πλεονάσματα που έχουν συμφωνήσει ισοδυναμούν με διαρκή αιματηρή λιτότητα για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα.  

Στο χρονικό διάστημα που πέρασε από την 3η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ο δεξιός κατήφορος του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση πήρε εντυπωσιακές διαστάσεις. Το 2016 ο Τσίπρας κι οι υπουργοί του είχαν το θράσος να ισχυρίζονται ότι παρά την συνθηκολόγηση του καλοκαιριού του 2015 και την υπογραφή του τρίτου μνημονίου, θα κάνουν «αριστερή» και «κοινωνικά ευαίσθητη» διαχείριση. Ένα χρόνο μετά ο Τσίπρας κι ο Τσακαλώτος ούτε λίγο ούτε πολύ περηφανεύονται ότι η κυβέρνησή τους εξασφάλισε μεγαλύτερα πρωτογενή πλεονάσματα από του Σαμαρά. Πλέον η «αριστερή διαχείριση» των μνημονίων είναι τα ψίχουλα του «κοινωνικού μερίσματος».  

Δυο χρόνια πριν ο ΣΥΡΙΖΑ ισχυριζόταν ότι μετά το «Μπρεστ Λιτόφσκ» που «αναγκάστηκε» να αποδεχθεί, θα χτίσει συμμαχίες (όπως το περίφημο «μέτωπο του νότου») για να ανατρέψει τη λιτότητα. Τώρα, έφτασε στο σημείο να αγκαλιάζει τον Ραχόι όταν τσαλαπατάει τα δημοκρατικά δικαιώματα της Καταλονίας, να συμβουλεύει τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία να συγκυβερνήσει με τη… Μέρκελ και να ταυτίζεται με κάθε επιδίωξη του Τραμπ.

Συνολικά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αποτελεί κυβέρνηση δουλικής εξυπηρέτησης των αστικών συμφερόντων, που προωθεί, κλιμακώνει και δικαιολογεί τις αντιδραστικές μνημονιακές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, στα χνάρια όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ), εχθρική προς τον λαό και το μαζικό κίνημα. Βρίσκεται σε ρήξη με την Αριστερά. Έχει πάρει το «χρίσμα» από ΕΕ και ΗΠΑ, από ντόπιο και ξένο κεφάλαιο ως η κυβέρνηση που μπορεί να περάσει τα αντιλαϊκά μέτρα. Εκφράζει τη «συνέχεια του κράτους», ειδικά στους κατασταλτικούς μηχανισμούς.

Τα παραπάνω σημαίνουν ότι η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ που εκδηλώθηκε με τη διάσπασή του το καλοκαίρι του 2015 δεν είναι παρελθόν. Η σχέση του με τις λαϊκές μάζες που τον στήριξαν θα μπαίνει σε όλο και πιο βαθιά δοκιμασία. Και γιατί οι υποσχέσεις για «έξοδο από τα μνημόνια» μέσω της εφαρμογής τους συνθέτουν μια ναρκοθετημένη διαδρομή αλλά κυρίως γιατί τα απανωτά σοκ από τις δεξιές μεταστροφές της κυβέρνησης δεν έχουν οδηγήσει για την ώρα την εργατική τάξη και στη νεολαία σε δεξιά μετατόπιση, ούτε σε ένα ανερχόμενο, επιθετικό ρεύμα υπέρ της ΝΔ ή της ΔΗΣΥ, της αστικής πολιτικής ή των φασιστών.

B2. Εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Επιθετική πολιτική για την γεωπολιτική αναβάθμιση της αστικής τάξης κάτω από την μπαγκέτα των ΗΠΑ

14. Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής η κυβέρνηση συνεχίζει την  επικίνδυνη πολιτική ευθυγράμμισης με ΗΠΑ/ΝΑΤΟ-ΕΕ και τον άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου-Ισραήλ, με στόχο την αναβάθμιση της θέσης και του ρόλου της ελληνικής αστικής τάξης στη διεκδίκηση των ενεργειακών πόρων και των δρόμων μεταφοράς τους στην ευρύτερη περιοχή.

Η επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα και των υπουργών του στις ΗΠΑ και η συνάντηση με τον πρόεδρο Τραμπ σήμαναν την ακόμα βαθύτερη πρόσδεση στους τυχοδιωκτισμούς των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και το χάος των ανταγωνισμών στην ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Η ελληνική κυβέρνηση εμφανίστηκε πρόθυμη να συμμετάσχει ως «στρατηγικός εταίρος» στα εγκλήματα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, αποσκοπώντας σε ανταλλάγματα που θα αναβαθμίσουν τη θέση του ελληνικού καπιταλισμού στην περιοχή σε σχέση με τον τουρκικό καπιταλισμό (ΑΟΖ, επέκταση χωρικών υδάτων κλπ). Όποτε η ελληνική ολιγαρχία έκανε αντίστοιχες τυχοδιωκτικές επιλογές οδηγηθήκαμε σε τραγωδίες.

Οι δύο κυβερνήσεις Ελλάδας και Τουρκίας αναπτύσσουν μια ρητορική και παίρνουν και αντίστοιχα μέτρα επιθετικής αλλαγής του status quo στην περιοχή. Η ελληνική κυβέρνηση διατυπώνει την πρόθεσή της να επεκτείνει τα χωρικά ύδατα στα 12 μίλια, επιδίωξη που θα δημιουργήσει μεγάλη όξυνση του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού. Συμφώνησε ήδη σε ένα τεράστιο πρόγραμμα εξοπλισμών, άνω των 2 δισ. δολαρίων, κυρίως από τις ΗΠΑ.

Η τουρκική κυβέρνηση Ερντογάν οξύνει την «αναθεωρητική φιλολογία», και διατυπώνει πιο ανοιχτά την πολεμική απειλή, ακόμα και για κατάληψη εδαφών, παράλληλα με το δικό της πρόγραμμα εξοπλισμών-μαμούθ από Ρωσία και ΗΠΑ.

Συνολικά τα συμφέροντα των λαών της περιοχής δεν έχουν σε τίποτα να κάνουν με τους ανταγωνισμούς των αστικών τάξεων, με το κλίμα εθνικισμού, ρεβανσισμού και πατριδοκαπηλίας που προωθούν οι αστικοί κύκλοι. Ο ανταγωνισμός αυτός είναι αντιδραστικός και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου. Οι λαοί δεν θα οδηγηθούν στη σφαγή για το αν την ΑΟΖ θα την εκμεταλλευτεί η NOBBLE ή η ROSNEFT,  Έλληνες ή Τούρκοι καπιταλιστές. Επιτακτική είναι η ανάγκη ενός ενωτικού αντιιμπεριαλιστικού και αντιπολεμικού κινήματος για την αποτροπή των σχεδίων του ιμπεριαλισμού και των αστικών τάξεων.

15. Σε σύνδεση με τα παραπάνω, σημαντικές εξελίξεις υπάρχουν και στο Κυπριακό. Οι έως τώρα  προτεινόμενες «λύσεις» του κυπριακού είναι ανάλογες με το «σχέδιο Ανάν» και δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε αποτέλεσμα προς όφελος των λαών.

Το «κυπριακό πρόβλημα» έχει την βάση του στις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις να αποτελεί η Κύπρος το «αβύθιστο αεροπλανοφόρο» στις πολεμικές τους εξορμήσεις στην Μέση Ανατολή και τον αντιδραστικό ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό. Η ύπαρξη και ο ρόλος των βρετανικών βάσεων, οι εθνικιστικές εκκαθαρίσεις των τουρκοκυπρίων και οι εκτοπίσεις τους σε θύλακες σε όλο το νησί, το πραξικόπημα Σαμψών που οργάνωσε η ελληνική Χούντα, η τουρκική εισβολή στη Κύπρο το 1974 και η κατοχή του βόρειου τμήματός της, είναι μερικά από τα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί ενάντια στον κυπριακό λαό (ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους), από τις αστικές τάξεις Ελλάδας και Τουρκίας, πάντα με το σιγοντάρισμα των Μεγάλων Δυνάμεων και κυρίως της «εγγυήτριας δύναμης» Βρετανίας και με όχημα τον εθνικισμό από όλες τις πλευρές.

Γι’ αυτό σήμερα γίνεται όλο και πιο καθαρό ότι μόνο με την παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα, με την κοινή πάλη ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων, που ήδη κάνει την εμφάνισή της,  μπορεί να επιβληθεί μια δίκαιη και ειρηνική λύση πέρα και ενάντια στους οικονομικούς και γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των αστικών τάξεων Ελλάδας, Τουρκίας και Κύπρου. 

Αυτή η κοινή πάλη θα ανοίξει το δρόμο για μία Κύπρο ενιαία, ανεξάρτητη, χωρίς ξένους στρατούς (αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής και του ελληνικού στρατού), χωρίς ξένες βάσεις και εγγυήτριες δυνάμεις, με αναγνώριση της εθνοτικής «διπλής φύσης» του ενιαίου κράτους, κατοχύρωση των δικαιωμάτων και του ρόλου της τουρκοκυπριακής κοινότητας ώστε ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι να μπορούν να ζουν μαζί ειρηνικά και να πάρουν στα χέρια τους και τη ζωή τους και την κοινωνία.

16. Αντίστοιχη διεθνιστική στάση απαιτείται και στο ζήτημα του «Μακεδονικού». Παρά την υπερπροβολή του ζητήματος της ονομασίας, το πραγματικό ζήτημα είναι η προσπάθεια να λυθούν οι εκκρεμότητες για την ένταξή της χώρας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, όπως απαιτεί ο σχεδιασμός των ΗΠΑ και ο ανταγωνισμός οικονομικής και γεωπολιτικής επιρροής των καπιταλιστικών κέντρων (ΗΠΑ-Ρωσία-ΕΕ) και των γειτονικών κρατών (Ελλάδα, Τουρκία, Βουλγαρία, Σερβία, Αλβανία).

Η άρχουσα τάξη στην χώρα μας είδε εξαρχής το μικρό αυτό κράτος σαν «ζωτικό οικονομικό και πολιτικό χώρο». Οργάνωσε τις επενδύσεις μεγάλων ελληνικών τραπεζών και άλλων επιχειρήσεων στην περιοχή (ενέργεια, εμπόριο κλπ), ενώ επεδίωκε να αποτελέσει το διαμεσολαβητή για την ένταξη στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Ο συσχετισμός ανάμεσα στις δύο αστικές τάξεις και τα αντίστοιχα κράτη είναι τόσο συντριπτικός σε όφελος της Ελλάδας ώστε να καταντάνε ανέκδοτο οι εθνικιστικές κραυγές περί του «κινδύνου από τα Σκόπια»!

Το εργατικό και λαϊκό κίνημα στα Βαλκάνια οικοδομεί την πάλη του πάνω στην βάση της ενότητας της εργατικής τάξης των εθνοτήτων και των λαών, με σεβασμό στον πολυεθνικό χαρακτήρα του ιστορικού χώρου της Μακεδονίας, και τα δικαιώματα των μειονοτήτων (συμπεριλαμβανομένης και της σλαβομακεδονικής μειονότητας), ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, τη μη ένταξη και την αποχώρηση από το ΝΑΤΟ όλων των χωρών της περιοχής, την πάλη ενάντια στα εξοντωτικά μέτρα που επιβάλλουν τρόικες και ΔΝΤ. Ενάντια στους επικίνδυνους εθνικισμούς που καλλιεργούν οι αδηφάγες ντόπιες αστικές τάξεις - σε όλες ανεξαιρέτως τις χώρες. Πάνω στην βάση της αναγνώρισης στο δικαίωμα του κάθε λαού να αποφασίζει ο ίδιος το πώς θα ονομάζεται η χώρα του και όχι να αποφασίζουν γι’ αυτόν οι «νονοί» των Βαλκανίων, τοπικοί και διεθνείς.

 

Β3.   Εκτίμηση του συσχετισμού δυνάμεων. Δυνατότητες για την αριστερή αντιπολίτευση και το κίνημα

17. Ο πρώτος γύρος του μεγάλου κοινωνικού πολέμου ενάντια στη βάρβαρη μνημονιακή επίθεση για την αντιδραστική αναδιάρθρωση του ελληνικού καπιταλισμού έληξε με την άνοδο μιας κυβέρνησης που εκλέχτηκε για να καταργήσει τα μνημόνια και κατέληξε να τα εφαρμόζει όπως και οι προηγούμενες. Το ανοιχτό πέρασμα του ΣΥΡΙΖΑ στο αστικό μνημονιακό στρατόπεδο προκάλεσε σημαντική απογοήτευση, σύγχυση και υποχώρηση στις λαϊκές μάζες και στον κόσμο που πάλεψε.

Παράλληλα η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα χτυπήθηκαν βαριά από την κρίση και την επίθεση. Κοινωνικά δικαιώματα δεκαετιών έχουν καταργηθεί, ο αγώνας για την επιβίωση πνίγει πολλές φορές την εργατική τάξη και μια νέα «μνημονιακή κανονικότητα» επιδιώκεται να δημιουργηθεί.

Οι τάσεις αυτές στην συνείδηση και την ψυχολογία των λαϊκών δυνάμεων μετά την κυβερνητική εμπειρία από τον ΣΥΡΙΖΑ, το πέρασμα του πολιτικού και οργανωτικού  μηχανισμού του ΣΥΡΙΖΑ σε θέση απολογητή της κυβέρνησης, η κυβερνητική, εργοδοτική γραμμή υποταγής των ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ και η ευρύτερη κρίση του συνδικαλιστικού κινήματος, και τέλος η δύσκολη κοινωνική κατάσταση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων είναι οι αιτίες για τις σοβαρές δυσκολίες στην ανάπτυξη του κινήματος και των αγώνων, που βλέπουμε μπροστά μας.  Πρέπει να σκύψουμε με ευθύνη πάνω στα προβλήματα αυτά για την υπέρβασή τους.

Παρόλα αυτά, κάθε άλλο παρά έχουν σβήσει οι εστίες αντίστασης και οι σπίθες της ανατροπής. Η άρχουσα τάξη και το πολιτικό της σύστημα δεν έχουν κατακτήσει την συναίνεση της εργατικής τάξης σε αυτή την πολιτική. Δεν έχουν πετύχει την συντριβή του κινήματος και των μαχόμενων δυνάμεών του.

Οι σημαντικοί αγώνες που έλαβαν χώρα το προηγούμενο διάστημα αποτελούν μια σημαντική παρακαταθήκη για τις αναμετρήσεις που έρχονται.

  • Η κινητοποίηση των εργαζόμενων των Δήμων τον Ιούνη, δεν ήταν απλά μια «αναλαμπή». Ήταν μια από τις κορυφαίες μάχες του εργατικού κινήματος. Με πολυήμερες καταλήψεις αμαξοστασίων και απεργίες, οι απεργοί κατάφεραν να αποτρέψουν τις απολύσεις χιλιάδων συμβασιούχων. Η μάχη στους δήμους έδειξε πως μόνο η οργάνωση «από τα κάτω», μόνο η οργάνωση των ίδιων των εργαζόμενων μόνιμων και συμβασιούχων, η δυνατότητα τους να παλεύουν ανεξάρτητα από την συνδικαλιστική γραφειοκρατία και η πίεση της βάσης μπορεί να υποχρεώσει συνδικαλιστικές ηγεσίες να κηρύξουν αγώνες, αλλά και να αποτελούν εγγύηση ελέγχου του αγώνα και συνέχειάς του όταν αυτές τα «μαζεύουν». Έδειξε ότι τα διαφορετικά κομμάτια της τάξης μπορούν να ενωθούν στην πάλη ενάντια στις απολύσεις και την επισφάλεια, έδειξε ότι οι αγώνες μπορούν να έχουν νίκες εδώ και τώρα. Η μάχη είναι ανοιχτή και το ζήτημα είναι πόσο οργανωμένη θα είναι η βάση για να επιβάλλει απεργιακά τις μαζικές προσλήψεις, ξεκινώντας από τη μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων.
  • Η μάχη για την «αξιολόγηση» στο Δημόσιο έκλεισε με συντριπτική ήττα της κυβέρνησης, αφού σχεδόν το 75-80% των εργαζόμενων στο Δημόσιο αρνήθηκε να αξιολογηθεί. Με συνελεύσεις, απεργίες, αποχή, επέβαλλαν ότι και αυτή η μνημονιακή δέσμευση της κυβέρνησης δεν έχει υλοποιηθεί και ακόμη ψάχνουν τρόπο για να την προωθήσουν.
  • Η μάχη για την υπεράσπιση της κυριακάτικης αργίας έχει κατορθώσει να αφήσει ανοιχτό το ζήτημα, παρά την κανιβαλική απόφαση κυβέρνησης-δανειστών για το άνοιγμα των καταστημάτων τις περισσότερες Κυριακές.
  • Αντίστοιχα οι κινητοποιήσεις στην Υγεία, η πρωτοβουλία του Συντονιστικού των νοσοκομείων, για να μην απολυθεί κανένας συμβασιούχος στην Υγεία, με τις  καμπάνιες και κινητοποιήσεις της, κινητοποίησε εκατοντάδες συμβασιούχους και τελικά ανάγκασε το υπουργείο Υγείας να παρατείνει τις συμβάσεις χιλιάδων εργαζόμενων στα νοσοκομεία για έναν ακόμη χρόνο. Και στον χώρο της υγείας η πάλη ενάντια στις ελαστικές σχέσεις εργασίας, για προσλήψεις  μόνιμου προσωπικού κόντρα στην ανεργία και τις απολύσεις, είναι ανοιχτή.
  • Σημαντικοί είναι και οι αγώνες σε επίπεδο επιχείρησης, η συσσώρευση πολιτικών εμπειριών συνολικά στα πιο πρωτοπόρα κομμάτια της τάξης. Για παράδειγμα, η απεργία των μεταναστών εργατών στο εργοστάσιο «Κ. Γεωργίου» στην Αυλώνα το καλοκαίρι του 2017. Ένας αγώνας που έδειξε τη δύναμη που έχουν οι εργάτες/τριες να οργανώνονται και να νικάνε ακόμα και στα πιο σκληρά «γκέτο» του ιδιωτικού τομέα, εκεί που υποτίθεται η «ήττα» του κινήματος είναι απόλυτη. Αντίστοιχα ο αγώνας στον ΟΤΕ, η μάχη με τους εργαζόμενους του Καρυπίδη.

Πρωτοπόρες δυνάμεις και ταξικά σωματεία με τη σημαντική συμβολή και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αντισταθήκανε όλη την προηγούμενη βασανιστική περίοδο της προσμονής, των αυταπατών, της απογοήτευσης. Η μόνη αντιπολίτευση στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, έγινε από το εργατικό κίνημα και τη μαχόμενη Αριστερά, και όχι από τη δεξιά, κεντροδεξιά και ακροδεξιά αντιπολίτευση που με προκλητική συναίνεση στήριξαν όλες τις κρίσιμες αντιλαϊκές επιλογές της κυβέρνησης. Αυτή την εικόνα την ξέρουν οι εργαζόμενοι για αυτό και στις εκλογές μεγάλων συνδικάτων και ομοσπονδιών ενισχύεται περισσότερο η αριστερά και ειδικά η αντικαπιταλιστική πτέρυγα.

Όμως, δεν είναι μόνο οι απεργίες ή οι εκλογές στα συνδικάτα όπου αναδεικνύεται ο αριστερόστροφος χαρακτήρας της εργατικής και λαϊκής δυσαρέσκειας.

Στην Ελλάδα, η τάση ενίσχυσης των φασιστικών και ακροδεξιών κομμάτων που παρατηρούμε στην Ευρώπη θα μπορούσε να είναι πιο έντονη εξαιτίας της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ που προσαρμόζεται ολόπλευρα στις πολιτικές που σπέρνουν τη φτώχεια. Η ΝΔ προσπαθεί να κεφαλαιοποιήσει αυτή τη δυσαρέσκεια υιοθετώντας την ανοιχτά ρατσιστική/ισλαμοφοβική ατζέντα των ομοϊδεατών της στην ΕΕ και του Τραμπ, την ίδια στιγμή που οι ναζί της Χρυσής Αυγής έχουν προσπαθήσει να βγουν ξανά στο προσκήνιο αξιοποιώντας τα. Η οργή για τις προδοσίες του ΣΥΡΙΖΑ στον ρόλο του κυβερνητικού διαχειριστή των μνημονίων και των αντεργατικών επιθέσεων γενικότερα δεν στρέφεται προς τα δεξιά, δεν φουσκώνει τα πανιά της ΝΔ και των ναζί της Χρυσής Αυγής.

Αντίθετα, επανειλημμένα τα τρία προηγούμενα χρόνια έχουμε δει αντιρατσιστικές και αντιφασιστικές πρωτοβουλίες να αποκτούν πλειοψηφικές διαστάσεις: για παράδειγμα η μάχη το 2017 να μπουν τα προσφυγόπουλα στα σχολεία και να αποκρουστούν  οι ακροδεξιές εκστρατείες. Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο γίνεται εφικτό να ξεδιπλώνεται η καμπάνια για να κλείσουν τα γραφεία της Χρυσής Αυγής με σημαντικές επιτυχίες. Οι δυνάμεις της μαχόμενης αριστεράς πήραν την πρωτοβουλία για κινητοποιήσεις σταθμούς όπως στην Γκορυτσά του Ασπρόπυργου το καλοκαίρι 2017, στις 16 Σεπτέμβρη 2017 στην «Κομαντατούρ» των ναζί στη Μεσογείων κα. Η ίδια η πορεία της δίκης της Χρυσής Αυγής, με τις καταθέσεις των μαρτύρων της Πολιτικής Αγωγής και τον συμβολισμό να είναι υπόδικος ο Μιχαλολιάκος και μάρτυρες κατηγορίας σ. από το χώρο της επαναστατικής αριστεράς και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή έξω από αυτό το πλαίσιο της αριστερής πολιτικοποίησης και των εργατικών αντιστάσεων.

18. Παράλληλα υπάρχει και ένα σημαντικό δυναμικό που αναζητά τις βαθύτερες πολιτικές αιτίες της ενσωμάτωσης του ΣΥΡΙΖΑ, πιο ολοκληρωμένες, ανατρεπτικές και στρατηγικές απαντήσεις για το «τι να κάνουμε», βγάζει συμπεράσματα από την προηγούμενη περίοδο. Πρωτοπόρα τμήματα των εργαζόμενων μέσα από την εμπειρία τους κατανοούν ότι η αντιπαράθεση με την αστική τάξη είναι μονόδρομος ότι δεν υπάρχει δυνατότητα  «φιλολαϊκής»,  «αντινεοφιλελεύθερης / αντιμνημονιακής» ανάπτυξης του καπιταλισμού. Ότι δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική κατάργηση του «μνημονιακού κεκτημένου» εντός ευρώ-ΕΕ και απαιτείται η ρήξη-αποδέσμευση από αυτήν. Ότι είναι λαθεμένες οι  αντιλήψεις που αποκόβουν την «πάλη για την κυβέρνηση» απ’ την πάλη για την εξουσία, οι αντιλήψεις που δεν κατανοούν τον ενιαίο χαρακτήρα των μηχανισμών εξουσίας και προβάλλουν την λύση της «αριστερής κυβέρνησης». Που επιμένουν στον κοινοβουλευτικό δρόμο χωρίς να κατανοούν ότι δεν υπάρχει «ουδετερότητα» του κράτους, ούτε μπορεί μια «αριστερή κυβέρνηση» να το «χρησιμοποιήσει» προς όφελος των εργατικών δικαιωμάτων, έξω από την επαναστατική διαδικασία συντριβής της αστικής εξουσίας. Που προτείνουν ένα «πλατύ μέτωπο» στο όνομα της «άμεσης απάντησης» χωρίς γραμμή και λογική ανατροπής και καταλήγουν τελικά όχι να ανατρέπουν αλλά να εξωραΐζουν, να δικαιολογούν και να υπηρετούν  αντιλαϊκές πολιτικές.

Πιο συνολικά η εργατική τάξη συνεχίζει να απορρίπτει μαζικά την αστική μνημονιακή πολιτική, έχει βαθιά συναίσθηση και εξαιρετικά νωπές μνήμες από την κανιβαλική πολιτική των ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, διατηρεί εστίες αντίστασης, ενώ υπάρχει μια αριστερά που αποτελεί σημείο αναφοράς μαχόμενων δυνάμεων. Δεν έχει όμως ακόμα προσανατολιστεί μαζικά και θετικά σε μια διαφορετική ανατρεπτική προοπτική. Σε κάθε περίπτωση, η πίεση που ένα προηγούμενο διάστημα προερχόταν από τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ, με το σκεπτικό ότι έπρεπε να στηριχτεί (έστω «κριτικά») ο ΣΥΡΙΖΑ γιατί τυχόν αποτυχία του θα συμπαρέσυρε μαζί του και τη δυνατότητα του «απλού κόσμου» να παλεύει και να ελπίζει, και θα άνοιγε το δρόμο για τη παθητικοποίηση, την συντηρητικοποίηση και την συντριβή κάθε αριστεράς, διαψεύδεται οικτρά. Το εργατικό κίνημα και η αριστερά στην Ελλάδα δεν έχουν πει την τελευταία τους λέξη.

Η σημερινή φάση λοιπόν είναι πολύ κρίσιμη. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα είναι διαρκώς μπροστά σε όλες τις μάχες του κινήματος, θα συμβάλλει στην ανασύνταξη και τον μάχιμο εξοπλισμό του ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για ένα νέο μεγάλο ξέσπασμα των αγώνων να πάει πολύ παραπέρα από εκεί που έφτασε τα προηγούμενα χρόνια. Παράλληλα πρέπει με την πολιτική και τις πρωτοβουλίες της να συμβάλλει ώστε να συγκροτηθεί ένα μαζικό ανατρεπτικό και αντικαπιταλιστικό πολιτικό ρεύμα βαθύτερο, πιο ριζοσπαστικό, πιο συνειδητό, χωρίς τις αυταπάτες του προηγούμενο διαστήματος.

Το αστικό πολιτικό σύστημα

19. Ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα παράδειγμα για το μέχρι πού μπορεί να φτάσει η κατρακύλα των ρεφορμιστικών κομμάτων. Σήμερα ως κόμμα έχει «διαβεί τον Ρουβίκωνα»  στην αστική, συστημική, ευρωμνημονιακή πολιτική και η διαδικασία αυτή είναι ανεπίστρεπτη. Οι όποιες εσωκομματικές διαφωνίες από τα πάνω («κίνηση των 53» κ.ά.), έχουν χαρακτήρα ενσωματώσιμο στην κυβερνητική πολιτική. Ο πολιτικο-οργανωτικός του μηχανισμός λειτουργεί ως απολογητής της κυβερνητικής πολιτικής και αντιπαλεύει την εκδήλωση αγώνων. Μεγάλο τμήμα του έχει αφομοιωθεί στο κράτος, διαμορφώνει την προοπτική του μέσα από αυτό και μέσα από τις σχέσεις του με το κεφάλαιο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να ανασυγκροτήσει και να σταθεροποιήσει την επιρροή του, ενισχύοντας την λογική του «μικρότερου κακού», με τους απατηλούς ισχυρισμούς για έξοδο από τα Μνημόνια. Προβάλλει το ψευτοδίλημμα «ΣΥΡΙΖΑ ή Δεξιά».

Απαιτείται πλήρης διαχωρισμός με τις κομματικές και συνδικαλιστικές του εκφράσεις, επιδιώκοντας παράλληλα σταθερά την επικοινωνία και το τράβηγμα στον αγώνα του κόσμου που στήριξε και ήλπισε στον ΣΥΡΙΖΑ. Το καθήκον για την αντικαπιταλιστική αριστερά είναι να τραβήξει αυτόν τον κόσμο σε συγκρούσεις με την κυβέρνηση που ο ίδιος ανέδειξε και για αυτό υπάρχουν αυξημένες δυνατότητες.

Παράλληλα έχει μεγάλη σημασία να βαθύνει η αντιπαράθεση με την κυβέρνηση, αλλά και όλη τη λογική του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν μιλάμε απλά και μόνο για την καταγγελία της κυβέρνησης αλλά για μια βαθύτερη διαφοροποίηση από τη ρεφορμιστική και διαχειριστική λογική, που τροφοδότησε την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ.

20. Η ΝΔ αναδιοργανώνεται ως ένα επιθετικό, αντιδραστικό, νεοφιλελεύθερο και υποταγμένο στις επιταγές του κεφαλαίου και της ΕΕ κόμμα. Επιδιώκει να ενισχύσει τους δεσμούς της με το μεγάλο κεφάλαιο, αλλά και τις προσβάσεις της στα μικρομεσαία στρώματα και σε τμήματα της νεολαίας, των ανέργων και των χτυπημένων από την κρίση, ως εκφραστής της «επιχειρηματικότητας». Αποτελεί αδίστακτο εχθρό των εργαζόμενων και χρειάζεται να έχουμε ανοιχτό διαρκές μέτωπο απέναντι στην πολιτική της, αποκαλύπτοντας τη «δεξιά αντιπολίτευση» για την επιτάχυνση της υλοποίησης των μνημονίων.

21. Το Κίνημα Αλλαγής (ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι κλπ) τάσσεται υπέρ των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων και του ευρωμονόδρομου, αλλά για αντιπολιτευτικούς λόγους εμφανίζεται να κριτικάρει από θέσεις «κοινωνικής ευαισθησίας» την κυβερνητική πολιτική. Αξιοποιώντας τη μνημονιακή διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, προσπαθεί να ξεπλύνει το στίγμα της σφαγιαστικής πολιτικής των μνημονίων και τις πολύχρονες ευθύνες του για την αντιλαϊκή πολιτική και διαχείριση, καθώς και για τη διαφθορά. Στόχος του να αναδειχτεί σε μπαλαντέρ του νέου διπολισμού, δεκανίκι σε κυβερνήσεις συνεργασίας.

22. Η Πλεύση Ελευθερίας της Ζ. Κωνσταντοπούλου είναι αρχηγικό κόμμα με αστικά χαρακτηριστικά. Παρά τον «αντιμνημονιακό» και «αντικυβερνητικό» της λόγο, κινείται στα πλαίσια της κυρίαρχης πολιτικής και της ΕΕ. Προβάλλει την δικαστική εξουσία ως εργαλείο για την επίλυση των μεγάλων ζητημάτων του χρέους, των μνημονίων κ.λπ. Διαμορφώνει συμφωνίες με τμήματα του κεφαλαίου για την μιντιακή της προβολή. Δεν έχει σχέση με την αριστερά.

23. Η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή παραμένει μεγάλη απειλή για τα εργατικά-λαϊκά δικαιώματα και το κίνημα, παρότι δεν έχει καταφέρει να αυξήσει ποιοτικά την επιρροή της, παρά την προσπάθεια να εκμεταλλευτεί την έλευση των προσφύγων. Έχασε τις μάχες για τη φοίτηση των προσφυγόπουλων στα σχολεία, ενώ ένα μαχόμενο αντιφασιστικό και αντιρατσιστικό κίνημα προσπαθεί με σημαντικές επιτυχίες να περιορίσει τη δράση της. Παρ’ όλα αυτά, ο ρατσιστικός, ξενοφοβικός της λόγος και η προσπάθεια επαναδραστηριοποίησή της το τελευταίο διάστημα με αιχμή του δόρατος το προσφυγικό αλλά και την υλοποίηση των μνημονίων από μια «αριστερή κυβέρνηση», γίνεται πιο επικίνδυνη στο φόντο μιας γενικότερης ανόδου της εθνικιστικής και ρατσιστικής ακροδεξιάς σε όλη την ΕΕ. Στηρίζεται οικονομικά και οργανωτικά από μερίδες του κεφαλαίου. Διατηρεί τους θύλακές της σε αστυνομία, στρατό και κρατικούς μηχανισμούς, με ευθύνη και της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Με αφορμή το «προσφυγικό» και την όξυνση των «εθνικών ζητημάτων» γίνεται προσπάθεια ανασυγκρότησης του ακροδεξού-εθνικιστικού χώρου σε επικοινωνία με τμήματα του επίσημου πολιτικού συστήματος (ΝΔ κα). Γι’ αυτό έχει σημασία να αντιμετωπίζονται οι απόψεις αυτές στον πυρήνα τους και όχι μόνο στην ακραία «χρυσαυγίτικη» εκδοχή τους. Δίχως καμιά υποτίμηση, θα πρέπει να δυναμώσει η πολιτική η κινηματικήιδεολογική και αξιακή αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής και όλων των ακροδεξιών εθνικιστικών και φασιστικών μορφωμάτων.

Οι δυνάμεις της αριστεράς

24. Η ΛΑΕ είναι μια ημιτελής ρήξη με τον ΣΥΡΙΖΑ. Αποχώρησε από τον ΣΥΡΙΖΑ και αντιπολιτεύεται την κυβέρνηση, αλλά στρατηγικά αδυνατεί να διαφοροποιηθεί από το παρελθόν της ως αριστερής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ. To πρόγραμμά της αποκρυσταλλώνει όλο και πιο καθαρά μια διαχειριστική λογική που αντιλαμβάνεται την «απαλλαγή από τα μνημόνια», την πάλη κατά της «επιτροπείας» και την «μετάβαση στο εθνικό νόμισμα», μέσα από την ενίσχυση της «ανταγωνιστικότητας της οικονομίας», την «παραγωγική ανασυγκρότηση», μέσα στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων και της ΕΕ. Με ένα «μετριοπαθές» κοινωνικό πρόγραμμα («λελογισμένες αυξήσεις» στον βασικό μισθό σε συνάρτηση με την μεγέθυνση της καπιταλιστικής παραγωγής). Τείνει περισσότερο σε μια λογική ενός «νέου κοινωνικού συμβολαίου» με τμήματα του κεφαλαίου, παρά με αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο, την ΕΕ και τους μηχανισμούς τους.  Επιμένει να θέτει ως βασικό στόχο την «αριστερή κυβέρνηση»  (που πρόσφατα μετατράπηκε σε «λαϊκή κυβέρνηση»), χωρίς να βγάζει συμπεράσματα από την κατάληξη της εμπειρίας της «αριστερής κυβέρνησης» του ΣΥΡΙΖΑ και των κοινοβουλευτικών αυταπατών που καλλιεργούσε επί χρόνια.

Απότοκο των παραπάνω, η πολιτική της πρόταση συμπυκνώνεται σε ένα «μέτωπο  των αντιμνημονιακών, πατριωτικών, δημοκρατικών δυνάμεων» που απευθύνεται στο Σχέδιο Β, στην Πλεύση Ελευθερίας ακόμη και στο ΕΠΑΜ.

25. Το ΚΚΕ, παρά τις διακηρύξεις του για ρήξη με το παρελθόν, εξακολουθεί να είναι ένα κόμμα του «κομμουνιστικού ρεφορμισμού». Συνεχίζει να αρνείται τον αγώνα για τους πολιτικούς στόχους που έρχονται σήμερα σε ρήξη με την αστική πολιτική. Ιδιαίτερα η ρητή άρνηση -μέχρι και πολεμική- να υιοθετηθεί ο στόχος για ρήξη/έξοδο από την ΕΕ και η παραπομπή του στην περίοδο μετά την λαϊκή εξουσία, η λαθεμένη ταύτιση των αντιφατικών αντιΕΕ ρευμάτων που αναπτύσσονται στους λαούς της Ευρώπης με τον αστικό ακόμα και ακροδεξιό ευρωσκεπτικισμό, είναι δείγματα αυτής της αντιμετώπισης.

Στο εργατικό κίνημα, παρά την αγωνιστική στάση των μελών του σε χώρους δουλειάς και κλάδους, η πρακτική και ο σχεδιασμός του -με την επίκληση των «αρνητικών συσχετισμών»-  δεν καθοδηγούνται από τον στόχο της ανατροπής της επίθεσης και έτσι αντικειμενικά δεν υπερβαίνει τα όρια της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, έστω κι αν αναγκάζεται κάτω από την πίεση της βάσης να κάνει κινήσεις σαν κι αυτές της απεργίας στις 12/1 ενάντια στην κατάθεση του πολυνομοσχέδιου. 

Επιπλέον συνεχίζεται η πολεμική και η σεχταριστική αντιμετώπιση της ηγεσίας του απέναντι στις δυνάμεις της μαχόμενης και ιδιαίτερα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Με την πολιτική αυτή το ΚΚΕ δεν συμβάλλει να ωριμάσει και να οικοδομηθεί μια «εναλλακτική λύση» στον μονόδρομο του κεφαλαίου και της ΕΕ.

26. Συνολικά, οι ηγεσίες τόσο του ΚΚΕ όσο και της ΛΑΕ, δεν έχουν ξεκόψει με τη στρατηγική του κοινοβουλευτικού δρόμου για την αλλαγή της κοινωνίας. Με διαφορετική λογική η καθεμία, παραπέμπουν την ρήξη με την κυρίαρχη πολιτική στο απώτερο μέλλον (πρώτα λαϊκή εξουσία, μετά έξοδο από ΕΕ, εθνικοποιήσεις κλπ ή πρώτα παραγωγική ανασυγκρότηση και μετά βλέπουμε), ενώ άμεσα προτείνουν είτε αμυντικούς αγώνες είτε λογικές φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ περιορίζεται σε μια στείρα κριτική απέναντι τους. Αντίθετα, διεκδικεί διαρκώς να χτίζει γέφυρες συνεργασίας, κοινής πάλης και διαλόγου με τον κόσμο που αναφέρεται σ’ αυτά τα κόμματα, με στόχο να ενισχύονται οι αγώνες και να κερδίζονται  τα πιο πρωτοπόρα κομμάτια στην προοπτική της αντικαπιταλιστικής ανατροπής. Αυτές οι δυνατότητες φάνηκαν ανάγλυφα σε μεγάλες και «μικρότερες» μάχες όπως στην απεργία στις 12.01 ενάντια στα μέτρα της τρίτης αξιολόγησης, στη μάχη για την υποδοχή των προσφυγόπουλων στα σχολεία, στον αντιφασιστικό αγώνα και την δίκη της ΧΑ, στους πλειστηριασμούς κλπ. Σε αυτόν τον δρόμο θα συνεχίσουμε.

 

Γ. Για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ Γ1. Κατακτήσεις και προκλήσεις

27. Η συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ το 2009 ως μετώπου οργανώσεων και αγωνιστών/τριών της αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής Αριστεράς, αποτέλεσε ένα τεράστιο βήμα μπροστά για το κίνημα. Η επαναστατική Αριστερά που «γεννήθηκε» μέσα από τις φλόγες του παγκόσμιου Μάη του ’68, της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και των θυελλωδών αγώνων της μεταπολίτευσης, που τροφοδοτήθηκε και μεγάλωσε από τις αριστερές ανταρσίες των πιο ανήσυχων και ανυπότακτων ρευμάτων της «επίσημης» Αριστεράς τα επόμενα χρόνια, βρήκε ενιαία έκφραση και θέση στο τοπίο της Αριστεράς.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αναδείχτηκε ως ένας αυτοτελής διακριτός πόλος μέσα στην αριστερά. Εξασφάλισε την αυτοτέλεια της επαναστατικής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και τη δυνατότητά της να παρεμβαίνει στο κίνημα με ένα συνεκτικό αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα που συνδέει τις ανάγκες και τους αγώνες της εργατικής τάξης σήμερα με την αντικαπιταλιστική ανατροπή, την επανάσταση, τον σοσιαλισμό, την κομμουνιστική προοπτική.

Χωρίς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ οι ιδέες της διεθνιστικής ρήξης με ευρώ και ΕΕ, της διαγραφής του χρέους, των κρατικοποιήσεων με εργατικό έλεγχο παντού θα είχαν πολύ λιγότερη επιρροή και «ορατότητα». Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ήταν και είναι παρούσα, επί 8 χρόνια, ενεργητικά και μαχητικά σε όλους τους μεγάλους και μικρούς αγώνες, δίνοντας ένα καθαρό αντικαπιταλιστικό στίγμα για την προοπτική τους. Είναι αλήθεια ότι από το 2010 μέχρι και το 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε εκλογικά τη μερίδα του λέοντος από τη σεισμική μετατόπιση προς τα αριστερά της εργατικής τάξης και των φτωχών στρωμάτων της κοινωνίας. Όμως, κάτι που δεν πρέπει να ξεχνιέται ή να προσπερνιέται είναι ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κατόρθωσε να διαμορφώσει ένα μαζικό «ακροατήριο» και ένα μαζικό ρεύμα γύρω της.

Στις περιφερειακές εκλογές του Μάη του 2014 όταν πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ κάλπαζε προς την κυβέρνηση, τα αντικαπιταλιστικά σχήματα που στήριξε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πήραν 128.000 ψήφους σε 12 από τις 13 περιφέρειες, ένα ποσοστό 2,3% πανελλαδικά. Σήμερα αυτά τα σχήματα που συμμετέχει ηγεμονικά η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχουν έδρες σε 8 περιφερειακά συμβούλια, ενώ παράλληλα η ΑΝΤΑΡΥΑ συμμετέχει σε ένα πυκνό δίκτυο κινήσεων-σχημάτων σε επίπεδο δήμου και γειτονιάς με συμβούλους σε πολλούς δήμους. Πέρα από αυτές τις καταγραφές, οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ συμμετέχουν και πρωταγωνιστούν σε δεκάδες σχήματα και παρατάξεις στα συνδικάτα που έχουν αξιοσημείωτη παρέμβαση και αύξηση σε ψήφους και ποσοστά όλα τα τελευταία χρόνια σε δημόσιο και σε ιδιωτικό τομέα. Είναι έκφραση του ρόλου που έχουν διαδραματίσει στους αγώνες της προηγούμενης περιόδου και σημαντική παρακαταθήκη για τους αγώνες που εκτυλίσσονται τώρα.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έδωσε τη μάχη ενάντια στις αυταπάτες για την «αριστερή κυβέρνηση» και τον κοινοβουλευτικό δρόμο. Διατήρησε την αυτοτέλειά της, παρά τις πιέσεις να ψαλιδίσει τις αντικαπιταλιστικές αιχμές του προγράμματός της και της φυσιογνωμίας της. Αλλά ταυτόχρονα ρίχτηκε σε μεγάλες αναμετρήσεις ενωτικά και μαχητικά, όπως στην κορυφαία αναμέτρηση για το ΌΧΙ στο δημοψήφισμα του 2015.

28. Τα τελευταία χρόνια η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αντιμετώπισε μεγάλες δυσκολίες και  γρήγορα μεταβαλλόμενες πρωτόγνωρες καταστάσεις στις οποίες δοκιμαζόταν η ικανότητά της να προσαρμόζει την αντικαπιταλιστική/επαναστατική στρατηγική της στις νέες κάθε φορά συνθήκες.

- Αντιμετώπισε την πίεση της «δεξιάς προσαρμογής» από το ανερχόμενο ρεφορμιστικό ρεύμα που βάδιζε για την «αριστερή κυβέρνηση» προβάλλοντας σαν «ρεαλιστική λύση» τον «έντιμο συμβιβασμό» με τους δανειστές και το κεφάλαιο, την «διαπραγμάτευση εντός της ΕΕ» κλπ. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι περήφανη που έδωσε αυτή την μάχη. Δεν προσαρμόστηκε στις σειρήνες της «άμεσης εφικτής λύσης», του «ρεαλισμού», των πλατιών μετώπων στην βάση της διαχείρισης, των αυταπατών για την «αριστερή κυβέρνηση» και τον κοινοβουλευτικό δρόμο, με μεγάλο μερικές φορές κόστος.

Δεν μπόρεσε όμως να αντιμετωπίσει βαθύτερα το ρεφορμιστικό ρεύμα συγκροτώντας γύρω της ένα πιο ανθεκτικό, πιο βαθύ κοινωνικά και πολιτικά αντικαπιταλιστικό ρεύμα. Περιορίστηκαν έτσι οι δυνατότητες που είχε οικοδομήσει στο κίνημα, δεν «πήρε» αυτό που της αντιστοιχούσε στη μάχη που έδωσε, ενώ επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από την υποχώρηση και την απογοήτευση του κόσμου που είχε πιστέψει στον ΣΥΡΙΖΑ.

- Μετά τις εκλογές του Σεπτέμβρη 2015 πέρασε σε μια νέα πρωτόγνωρη κατάσταση με μια κυβέρνηση που μίλαγε και μιλάει στο όνομα της αριστεράς, ενώ εφαρμόζει την πιο σκληρή αστική μνημονιακή πολιτική, και έναν νέο πόλο στην αριστερά, που προέκυψε από τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ, την ΛΑΕ. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έπρεπε από την μια να αναπτύξει την αντιπολίτευση στον ΣΥΡΙΖΑ από εργατικές και αντικαπιταλιστικές θέσεις, να δώσει την μάχη ώστε η αναπόφευκτη λαϊκή δυσαρέσκεια να στρέφεται σε αριστερή, αντιΕΕ, αντικαπιταλιστική κατεύθυνση και όχι σε δεξιά ή ακροδεξιά δικαιώνοντας την αστική πολιτική (νίκη του μονόδρομου του συστήματος, της επιχειρηματικότητας, της ΕΕ κλπ).

Παράλληλα το διάστημα αυτό κρινόταν το αν η αντιπολίτευση στον ΣΥΡΙΖΑ θα ηγεμονευόταν από ρεφορμιστικές λογικές αναπαράγοντας τις παλιές αυταπάτες με νέα μορφή, αν θα επικρατούσε ο αμυντισμός του «δεν υπάρχουν πλέον προϋποθέσεις ανατροπής» (με την ανατροπή να παραπέμπεται στο ακαθόριστο μέλλον), ή αν τελικά οι ριζοσπαστικές αντικαπιταλιστικές αντιλήψεις θα παίζουν τον καθοριστικό ρόλο. Πρόκειται για μια δύσκολη μάχη που δεν έχει λήξει, στην οποία πρέπει να συνδυαστεί η προβολή του αντικαπιταλιστικού ανατρεπτικού προγράμματος στις νέες συνθήκες, η πειστική κριτική στις άλλες δυνάμεις της αριστεράς και η ενωτική απεύθυνση για να ενισχύεται το κίνημα και να ανοίγουν δρόμοι για το κέρδισμα πρωτοπόρων δυνάμεων με την αντικαπιταλιστική πάλη.

Θεωρούμε ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ανέλυσε σωστά τα σημεία της νέας κατάστασης και χάραξε μια γενικά σωστή τακτική παρά τα λάθη και τις αδυναμίες της στην ανάπτυξη και εφαρμογή της.

- Παρά τις ανεπάρκειες και τις αδυναμίες της, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τα μέλη της συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη εργατικών αγώνων, πρωταγωνίστησαν στις μάχες του αντιφασιστικού κινήματος μέσω των συλλογικοτήτων όπου συμμετέχουν (ΚΕΕΡΦΑ, ΣΥΠΡΟΜΕ), βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή προάσπισης των δικαιωμάτων των προσφύγων απέναντι στις ρατσιστικές πολιτικές κυβέρνησης και ΕΕ, έδωσαν και δίνουν τη μάχη ενάντια στους πλειστηριασμούς της λαϊκής περιουσίας, τις ιδιωτικοποιήσεις και το ξεπούλημα των δημόσιων αγαθών, τη λεηλασία του φυσικού περιβάλλοντος από το κεφάλαιο (λ.χ. Νέα Φιλαδέλφεια, Ελληνικό).

Μάλιστα την τελευταία διετία συμμετέχει και επιδρά θετικά είτε σε πρωτοβουλίες που παλαιότερα δεν είχε συμμετοχή (Ίμια), είτε σε κινήματα στα οποία συλλογικά είχε χαμηλή παρουσία (γυναικείο).

Όμως και σε αυτό το σημείο μπορούσαμε να κάνουμε περισσότερα. Σε αρκετές περιπτώσεις εμπόδιο στάθηκαν διάχυτες τάσεις απογοήτευσης ή και λαθεμένες απόψεις που απολυτοποιούσαν τις δυσκολίες με έναν μονόπλευρο τρόπο μην διακρίνοντας τις αναζητήσεις μιας «πρωτοπόρας ζώνης» αγωνιστών προς τα αριστερά, αλλά και την αντοχή σημαντικών δυνάμεων του κινήματος που θέλουν να υπερβούν και την κυβέρνηση και την δεξιά αντιπολίτευση και αναζητούν δρόμους για να παλέψουν. Επίσης υπήρξε κατά διαστήματα υποτίμηση σε σοβαρά μέτωπα πάλης, που καθορίζουν τον ταξικό συσχετισμό, όπως το κίνημα κατά των πλειστηριασμών, το γυναικείο κίνημα κα.

- Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ανέλαβε πολιτικές πρωτοβουλίες προβολής της πολιτικής της και συζήτησης σε συγκεκριμένα μέτωπα της περιόδου. Πολύ σημαντική ήταν η ημερίδα στο «Μολύβι» (22/5/2017) αλλά και το διεθνές διήμερο παρά τα προβλήματα που υπήρξαν για τα 100 χρόνια από την Οκτωβριανή επανάσταση με διεθνείς συμμετοχές (15-16/11/2017),  που πραγματοποιήθηκε σε μια κρίσιμη στιγμή, κατά τη διάρκεια του εορτασμού του Πολυτεχνείου.

Όμως η αυτοτελής της παρουσία ήταν  αναντίστοιχη με τις ανάγκες και τις δυνατότητες. Έχασε ευκαιρίες να προβάλλει πλατιά το αντικαπιταλιστικό της πρόγραμμα και την επαναστατική εναλλακτική. Σε μια περίοδο που κέρδισε σε εκτίμηση και ακτινοβολία για την ασυμβίβαστη στάση της, η αυτοτελής πολιτική της παρουσία  ατόνησε.

- Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ανέπτυξε την ενωτική της τακτική. Συνέβαλλε στην κοινή δράση των μαχόμενων δυνάμεων της αριστεράς, τον διάλογο για το αναγκαίο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα της περιόδου. Ανέλαβε την πρωτοβουλία για την πολιτική συνεργασία της αντικαπιταλιστικής, αντιιμπεριαλιστικής, αντιΕΕ, αντιδιαχειριστικής αριστεράς, και άλλες πρωτοβουλίες (λχ. συγκρότηση της ΔΙΕΕΞΟΔΟΥ)

Όμως πολλές φορές είχε «ασυνέχειες» στη στήριξη των πρωτοβουλιών, ακόμα και αυτών που η ίδια ανελάμβανε, στη σχεδιασμένη συνέχεια και κλιμάκωσή τους, στην αποφασιστική από τα «κάτω» προώθησή τους. Χρειάζεται να σκύψουμε στις αιτίες και να δούμε πιο συστηματικά την μετωπική μας πρακτική.

- Πλευρά της αγωνιστικής μας δράσης αλλά και της μετωπικής μας λογικής είναι η δράση μας στα αριστερά, ριζοσπαστικά  και αντικαπιταλιστικά σχήματα και παρεμβάσεις στα οποία συμμετέχουν τα μέλη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (δεκάδες εργατικά σχήματα, αντικαπιταλιστικές κινήσεις πόλης – περιφέρειας, ΕΑΑΚ κα). Εργαζόμαστε στην κατεύθυνση της σύνδεσής τους με τους στόχους του αντικαπιταλιστικού προγράμματος και του πολιτικού τους συντονισμού. Τα σχήματα στα οποία συμμετέχουν τα μέλη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχουν αξιοσημείωτη παρέμβαση και αύξηση σε ψήφους και ποσοστά όλα τα τελευταία χρόνια. Είναι έκφραση του ρόλου που έχουν διαδραματίσει στους αγώνες της προηγούμενης περιόδου και σημαντική παρακαταθήκη για τους αγώνες που εκτυλίσσονται τώρα.

Και εδώ δεν λείπουν τόσο οι δυνατότητες όσο και τα προβλήματα, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις δυσκολευόμαστε να κατακτήσουμε την «διαλεκτική» της διεύρυνσης των σχημάτων και την ταυτόχρονη υπεράσπιση του ριζοσπαστικού/αντικαπιταλιστικού της προσανατολισμού.

- Σημαντικά προβλήματα αντιμετώπισαν ειδικά το τελευταίο διάστημα οι Τοπικές Επιτροπές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Σε πολλές περιπτώσεις υπολειτουργούν, συνεδριάζουν σπάνια, ενώ η συμμετοχή σε αυτές είναι μειωμένη. Παρουσιάζονται έντονες αδυναμίες συγκεκριμένου σχεδιασμού και υλοποίησης προγράμματος δράσης για τον χώρο παρέμβασης, ενώ η πολιτική εμφάνιση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις γειτονιές κυρίως εξαντλείται σε αραιές πολιτικές εκδηλώσεις.  Δεν υλοποιήθηκαν σημαντικές αποφάσεις της προηγούμενης Συνδιάσκεψης, με ευθύνη της  ΚΣΕ.

- Τέλος σοβαρό ζήτημα αποτέλεσε η έλλειψη ενιαιότητας στην δράση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οι διαφορετικοί σχεδιασμοί -ακόμα και στον δρόμο- η αδυναμία συντονισμού και υπέρβασής τους.

Το προηγούμενο διάστημα, οι αμφισημίες και οι αντιφάσεις της πολιτικής της, τα ελλείμματα βαθύτερης πολιτικής και ιδεολογικής συμφωνίας εκφράστηκαν είτε μέσω της αδυναμίας της να τοποθετηθεί άμεσα σε κρίσιμα ζητήματα, είτε με τη μη ενιαία εμφάνιση και παρέμβαση σε εργασιακούς χώρους και κρίσιμα μέτωπα. Η αδυναμία να χαραχτεί και να υπηρετηθεί ένας ενιαίος σχεδιασμός φθείρει την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μειώνει την αξιοπιστία και την συσπειρωτική της δύναμη.

Τα παραπάνω σε συνδυασμό με την επίδραση τάσεων απογοήτευσης και ηττοπάθειας, μετά την άνοδο και την κατάληξη του ΣΥΡΙΖΑ, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση των σοβαρών προβλημάτων λειτουργίας των τοπικών και κλαδικών επιτροπών. Η 4η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ  πρέπει να σταθεί με προσοχή πάνω σε αυτό το σοβαρό πρόβλημα και να βρει τους τρόπους και τα μέτρα που χρειάζονται για το ξεπέρασμά του.

29. Αυτές οι διαπιστώσεις έχουν σημασία ως αφετηρία για να εντοπίσουμε σωστά τις δυνατότητες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σήμερα. Οι πολιτικές μας δυνατότητες είναι πολύ ευρύτερες. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτελεί μια πανελλαδικά συγκροτημένη και κοινωνικά δικτυωμένη σχετικά ισχυρή δύναμη. Μπορεί το επόμενο διάστημα να διαδραματίσει αναβαθμισμένο ρόλο.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ καλείται να προβάλει και να οικοδομήσει μια αντικαπιταλιστική πολιτική διέξοδο απέναντι στην επίθεση του κεφαλαίου και της ΕΕ, την αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ, την επιτροπεία διαρκείας. Μια πρόταση αντεπίθεσης του κινήματος και των αγώνων, αντιπολίτευσης, διαρκούς αντίστασης και αντικαπιταλιστικής ανατροπής της επίθεσης, για να μπολιάζεται και να στρέφεται σε αριστερή ανατρεπτική κατεύθυνση το ρεύμα της δυσαρέσκειας απέναντι στην κυβέρνηση.

Γι’ αυτό συμπυκνώνει τους στόχους της για την επόμενη περίοδο στα παρακάτω:

  • Στην ανάπτυξη, βαθύτερη επεξεργασία και προβολή του αντικαπιταλιστικού προγράμματος στους εργαζόμενους. Στην ενίσχυση και την αναβάθμιση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και την συμβολή της στην προώθηση του αντικαπιταλιστικού μετώπου.
  • Στην μαχητική αγωνιστική παρέμβαση στο εργατικό και λαϊκό κίνημα για την ανατροπή της ευρωμνημονιακής επίθεσης και της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και την ταξική του ανασυγκρότηση.
  • Την συσπείρωση των πολύμορφων δυνάμεων, ρευμάτων και αγωνιστών που εγκαταλείπουν τον ΣΥΡΙΖΑ, που αντιλαμβάνονται τα αδιέξοδα και τα όρια των ρεφορμιστικών προτάσεων, στην κατεύθυνση του αντικαπιταλιστικού πολιτικού μετώπου-πόλου. Για άμεσα ορατά βήματα στην πολιτική συνεργασία των αντικαπιταλιστικών, αντιιμπεριαλιστικών, αντι ΕΕ δυνάμεων και των ευρύτερων δυνάμεων της ανατροπής.

 

Γ2. Για την ανάπτυξη των αγώνων, την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος και την οικοδόμηση ενός εργατικού και λαϊκού κινήματος ρήξης ανατροπής 

30. Στην προηγούμενη Συνδιάσκεψη σημειώναμε ότι «θεμέλιο της οικοδόμησης του αγωνιστικού μετώπου ρήξης και ανατροπής είναι η συμβολή μας στην ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος». Στο διάστημα αυτό η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει επιδείξει πρωτοπόρα στάση και δράση στους αγώνες των εργαζομένων, έχει ισχυροποιήσει την παρουσία της σε κλάδους και χώρους δουλειάς, έχει δημιουργήσει έναν αισθητό συσχετισμό δύναμης υπέρ της λογικής του συλλογικού αγώνα, της πάλης για την ανατροπή του ευρωμνημονιακού σφαγείου, της ρήξης με το κεφάλαιο και το κέρδος, της ήττας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και κάθε κυβέρνησης που εφαρμόζει την ίδια πολιτική. Δεν κατέθεσε τα όπλα, κράτησε ψηλά τις σημαίες και τα πανό του αγώνα όταν πολλοί καλούσαν και κρατούσαν στάση ανοχής ή/και στήριξης στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Πρωτοστάτησε στις αντιστάσεις και τις μάχες, έδωσε το ταξικό, αντικαπιταλιστικό στίγμα σε πολλές  αναμετρήσεις.

Ωστόσο θα μπορούσαμε να κάνουμε πολύ περισσότερα! Και ιδιαίτερα στο ζήτημα της ποιοτικής ανάπτυξης και της ταξικής ανασυγκρότησης του κινήματος (πχ όχι μόνο πόσες απεργίες έγιναν, αλλά και τι συμμετοχή είχαν, τι αιτήματα, πόσο επέδρασαν στην αντιστροφή της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας κλπ).

Το μεγάλο ζητούμενο παραμένει: Πώς θα συμβάλλουμε ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο ξέσπασμα αγώνων σε κάθε χώρο και κλάδο δουλειάς, στη γενίκευση και τη σύνδεση των διεκδικήσεων τους, στην πολιτικοποίησή τους. Με άλλα λόγια στη συγκρότηση ενός μαζικού εργατικού, λαϊκού, νεολαιίστικου κινήματος ρήξης και ανατροπής, που θα αντιπαλέψει την σαρωτική εκστρατεία του κεφαλαίου και της Ε.Ε., θα αποκρούσει κρίσιμες πλευρές της, θα επιφέρει ρωγμές και θα επιτύχει νίκες, επιβάλλοντας επιμέρους υποχωρήσεις και παραχωρήσεις στο αντίπαλο αστικό στρατόπεδο, καταφέρνοντας καταφέρνοντας να αναδειχθεί σε αντίπαλο δέος.

Η αστική μνημονιακή επίθεση έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην κατάσταση της εργατικής τάξης, που δημιουργούν σημαντικές δυσκολίες. Η εκτίναξη της ανεργίας (ποσοστό σταθερά άνω του 20%, ενώ το 2016 350.000 οικογένειες δεν είχαν ούτε ένα εργαζόμενο μέλος). Το ποσοστό ανεργίας είναι ιδιαίτερα υψηλό ιδιαίτερα ανάμεσα στις γυναίκες και τους νέους. Υπάρχει παράλληλα πολύ μεγάλη επέκταση των μορφών ελαστικής απασχόλησης (με τη μερική απασχόληση να αποτελεί κατά το 2016 και 2017, περισσότερο από το ήμισυ των νέων προσλήψεων) και της ανασφάλιστης εργασίας. Η φτωχοποίηση εντείνεται με τις μειώσεις μισθών, που υπερβαίνουν το 25%  κατά μέσο όρο στα χρόνια του μνημονίου, ενώ περίπου για 900.000 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, η καταβολή του μισθού τους γίνεται με καθυστέρηση από έναν μέχρι δεκαπέντε μήνες.

Η κατάσταση αυτή επιδρά στον αριθμό των συνδικαλισμένων και την δύναμη των συνδικάτων. Ο συνδικαλισμός γίνεται πιο δύσκολος και απαιτητικός. Ωστόσο οι παραπάνω επιθέσεις και δυσκολίες δεν αναιρούν τη δυνατότητα της εργατικής τάξης να παλεύει συλλογικά και να μπορεί να πετυχαίνει νίκες. Η επίθεση στον πρωτοβάθμιο συνδικαλισμό αποδεικνύει ότι η άρχουσα τάξη φοβάται ακόμα τη δύναμη των συνδικάτων. Η μάχη θα είναι σκληρή και η έκβαση ανοιχτή.

Παράλληλα η εργατική τάξη αλλάζει. Δυναμώνει τις γραμμές της με νέα στρώματα που προέρχονται από την ραγδαία προλεταριοποίηση της μισθωτής διανόησης ή και μεσαίων στρωμάτων, με τη μαζική συμμετοχή των γυναικών που διεκδικούν πρωτοπόρο ρόλο στους αγώνες, την είσοδο των μεταναστών με τις δικές τους κουλτούρες και εμπειρίες.

Η μνημονιακή επίθεση πιέζει την εργατική τάξη, αλλά δημιουργεί και άλλους όρους και δυνατότητες στην ανάπτυξη της πάλης. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να μελετήσει την νέα κατάσταση, να αξιοποιήσει την σημαντική  εμπειρία από τους πρόσφατους αγώνες (ΟΤΑ, Νοσοκομεία) για να βγάλει τα αναγκαία συμπεράσματα για το εργατικό πρόγραμμα, τις διεκδικήσεις  και την ιεράρχηση των στόχων, την παρέμβαση  στην καρδιά της συγκεντρωμένης εργατικής τάξης (ενέργεια, ΔΕΚΟ, τουρισμός, επισιτισμός, εμπόριο κλπ), την οργάνωση της τάξης των ελαστικά εργαζόμενων σε σύνδεση με τους μόνιμους, την παρέμβαση στους μετανάστες εργάτες, με κριτήριο και στόχο την ενότητα όλης της τάξης.

31. Τα βασικά καθήκοντα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο εργατικό και λαϊκό κίνημα για το επόμενο διάστημα:

α) Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να πρωτοστατήσει το επόμενο διάστημα στην κλιμάκωση της πάλης του εργατικού κινήματος.  Το 2018 δεν θα είναι μια «κανονική» χρονιά. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχοντας ολοκληρώσει τρία χρόνια «βρώμικης δουλειάς» αρχίζει και εξαντλεί σοβαρά τα αποθέματα πολιτικής ανοχής από τους εργαζόμενους και τη φτωχολογιά. Υπάρχει δυνατότητα ξεδιπλώματος σημαντικών αγώνων και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να μπει μπροστά για να γίνουν και να νικήσουν.

Χρειάζεται αποφασιστική  στήριξη των απεργιών και των αγώνων που δίνουν και θα δώσουν τα πιο διαφορετικά τμήματα των εργαζομένων σε κάθε σωματείο και όχι μόνο σε αυτά που έχουν πλειοψηφία οι ταξικές, αγωνιστικές δυνάμεις (που είναι και τα λιγότερα). Τα  παραδείγματα των  Συντονιστικών των τελευταίων χρόνων (Νοσοκομείων, Τηλεπικοινωνιών, εκπαίδευσης, για την υπεράσπιση της κυριακάτικης αργίας κλπ) μπορεί να απλωθούν σε όλους τους χώρους, ιδιαίτερα αυτούς που βρίσκονται στην αιχμή του δόρατος της νέας μνημονιακής επίθεσης.

Τα πρόσφατα παραδείγματα της αποφασιστικής μάχης για την ανατροπή των πλειστηριασμών, αλλά και της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, οι μάχες στο προσφυγικό, τους δήμους και τα νοσοκομεία δείχνουν ότι οι αγώνες εμπνέουν όταν δεν μένουν στη διαμαρτυρία, αλλά θέτουν ως στόχο την σύγκρουση και τη νίκη. Πρέπει να πάρουμε διαζύγιο από τη μιζέρια του «δεν κουνιέται φύλλο», και του «ο κόσμος πήγε σπίτι του». Χρειάζεται αποφασιστικότητα, ολόπλευρη  πολιτική, ιδεολογική και οργανωτική στήριξη – αλληλεγγύη, αναβαθμισμένες  μορφές πάλης.

β) Συγκεκριμένη «πρωταρχική» δουλειά, δουλειά βάσης μέσα στους χώρους ιδιαίτερα του ιδιωτικού τομέα. Χρειάζεται να εντείνουμε τις προσπάθειες για την ενεργοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων σωματείων σε ταξική, αγωνιστική κατεύθυνση, την δημιουργία νέων σωματείων, όπου δεν υπάρχουν ή υπάρχουν αποκλεισμοί τμημάτων εργαζομένων στα υπάρχοντα σωματεία (πχ συμβασιούχοι, ΟΑΕΔίτες στο Δημόσιο κλπ), ώστε αυτά να αποτελούν πραγματικά όργανα πάλης στα χέρια των εργατών, σε διαπάλη με την εργοδοσία, τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, τον συντεχνιασμό, τον κατακερματισμό.

γ) Επικαιροποίηση, ενίσχυση και προβολή του εργατικού προγράμματος πάλης

Επιδίωξή μας είναι οι αγώνες να διεκδικούν αποφασιστικά τη βελτίωση της θέσης των εργαζόμενων και τη μείωση της εκμετάλλευσης. Να ξεπερνούν τη λογική της διαπραγμάτευσης της χειροτέρευσης της θέσης των εργαζόμενων, τη μοιρασιά της φτώχειας ή τη λογική της «εξαίρεσης». Ζητούμενο είναι στους αγώνες να ενώνεται το σύνολο της εργατικής τάξης, ξεπερνώντας τους διαχωρισμούς σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, εργαζομένους και ανέργους, ντόπιους και μετανάστες, σε μια νέα αγωνιστική ταξική ενότητα που απέναντι στον ταξικό αντίπαλο. Οι σύντροφοι, οι συντρόφισσες και συνολικά οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρωτοστατούν στους αγώνες και μέσα σε αυτούς συνδέουν τις εργατικές διεκδικήσεις με το πλαίσιο στόχων του αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος.

Παλεύουμε:

- Για την ανατροπή των μνημονίων, όλων των μνημονιακών νόμων παλιών και καινούργιων, την ανατροπή της επίθεσης κυβέρνησης-κεφαλαίου-ΕΕ-ΔΝΤ.

- Μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους. Μετατροπή όλων των ελαστικών σχέσεων εργασίας σε συμβάσεις αορίστου χρόνου χωρίς προϋποθέσεις. Απαγόρευση απολύσεων. Αγώνας ενάντια στα προγράμματα ανακύκλωσης της ανεργίας.

- Προσλήψεις με μόνιμη και σταθερή δουλειά, με μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων καταρχήν. Απαγόρευση των απολύσεων, κρατικοποίηση με εργατικό έλεγχο των επιχειρήσεων που απειλούν με απολύσεις και κλεισίματα.

- Δουλειά με πλήρη δικαιώματα. ΣΣΕ εργασίας παντού. Αυξήσεις μισθών-αποδοχών τώρα. Κανένας μισθός κάτω από 800 ευρώ καθαρά. Όχι στην εξευτελιστική σύμβαση "πρώτης πρόσληψης" για τους νέους κάτω των 25. Άμεση επαναφορά όσων μας έκλεψαν με τα μνημόνια.

- Όχι στις ιδιωτικοποιήσεις, κάτω τα χέρια από ΔΕΗ, συγκοινωνίες, ΕΥΔΑΠ και όλα τα δημόσια αγαθά-«φιλέτα» που έχουν βάλει στο μάτι τα αρπακτικά της αγοράς. Κρατικοποίηση των εταιρειών που έχουν ιδιωτικοποιηθεί (πχ ΟΤΕ)

-Μείωση του χρόνου (και των ετών) εργασίας τώρα. Για να δουλέψουν οι άνεργοι, για να πάρουμε πίσω τον κλεμμένο πλούτο που παράγουμε. Για να ζούμε αξιοπρεπώς από τη δουλειά μας, για να καλύψουμε τις ανάγκες μας, για να χάσει το κεφάλαιο.

-Κάτω τα χέρια από τις συντάξεις και τα ταμεία μας που μπαίνουν στο μνημονιακό Προκρούστη για ακόμα μια φορά.

-Ελευθερία-δημοκρατία για τους εργαζόμενους και τον λαό. Κάτω τα χέρια από τα συνδικάτα, η αντιαπεργιακή νομοθεσία θα μείνει στα χαρτιά. Συνδικάτα ελεύθερα από κράτος-κυβερνήσεις και εργοδότες. Με πλήρη και διευρυμένα δικαιώματα στη συνδικαλιστική δράση, την απεργία, τον συλλογικό και μαζικό αγώνα.

-Ενάντια στο ρατσισμό και τους φασίστες. Για νομιμοποίηση όλων των μεταναστών, άσυλο και στέγη στους πρόσφυγες, ανοιχτά σύνορα και κατάργηση των συμφωνιών Ελλάδας-ΕΕ-Τουρκίας-Λιβύης. Για να καταδικαστούν οι δολοφόνοι της ΧΑ και να κλείσουν τα γραφεία ορμητήρια τους.

-Ενάντια στον πόλεμο, τον ιμπεριαλισμό, για την ειρήνη και την αλληλεγγύη των λαών. Για την έξοδο από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ.

Τέλος σοβαρή πλευρά για το εργατικό κίνημα είναι η ανάκτηση του συνολικού πολιτικού, ιδεολογικού και πολιτιστικού του ρόλου, στο αντιφασιστικό κίνημα κλπ.  

δ) Η προσπάθεια για ταξική συσπείρωση πρωτοβάθμιων σωματείων, επιτροπών αγώνα  συνελεύσεων.

Η προσπάθεια για οργάνωση, συντονισμό και κλιμάκωση των αγώνων από τα κάτω

Οι ηγεσίες σε ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ και στις βασικές ομοσπονδίες και εργατικά κέντρα (πχ στο ΕΚΑ), όπως με δραματικό τρόπο είδαμε και στη μάχη ενάντια στην 3η αξιολόγηση και τον αντιαπεργιακό νόμο, προδίδουν ανοιχτά την εργατική τάξη, θυσιάζουν ακόμα και το εργατικό κύτταρο, το πρωτοβάθμιο επιχειρησιακό και κλαδικό σωματείο, χωρίς κανένα ουσιαστικό δικαίωμα δράσης και αγωνιστικής απόφασης.

Με αυτή τους τη στάση επιτρέπουν στον ταξικό αντίπαλο να συσπειρώνεται και να κινητοποιεί όλες τις εφεδρείες του ενάντια στον απεργιακό αγώνα και γενικά την εργατική δράση. Οι παρατάξεις της πλειοψηφίας, ειδικά στο επίπεδο των τριτοβάθμιων συνδικάτων, είναι μακριά χέρια των αστικών μνημονιακών κομμάτων και μεταφέρουν στο συνδικαλισμό όλη την αντιδραστική, νεοφιλελεύθερη πολιτική τους.

Για όλους αυτούς τους λόγους η βασική μας κατεύθυνση είναι η οργάνωση των αγώνων από τα «κάτω», για να σπάει η αγωνιστική απραξία που προσπαθούν να επιβάλλουν, για να προχωράνε ο σχεδιασμός και η πρωτοβουλία των αγώνων, των απεργιών κλπ ξεπερνώντας τα εμπόδια που βάζουν. Όπως έδειξε και η απεργία στις 12.01 αυτό είναι εφικτό και μπορεί να βοηθήσει να κλιμακωθεί η εργατική αντίσταση για να μην περάσουν τα αντεργατικά μέτρα και να αρχίσουμε να παίρνουμε πίσω όλα όσα μας λεηλάτησαν με τα Μνημόνια.

Απαιτείται συνεχής πίεση - αποκάλυψη της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας από τις πρωτοβουλίες των ταξικών δυνάμεων και των αποφάσεων της βάσης (με συνελεύσεις, αποφάσεις ΔΣ κλπ), αξιοποίηση κάθε «ρωγμής» στο δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο επίπεδο με κριτήριο την  ενίσχυση των αγωνιστικών τάσεων.

Πάνω σε αυτή την ανάγκη και τη δυνατότητα πατάνε πολλές προσπάθειες που γίνονται σε μια σειρά χώρους και κλάδους (νοσοκομεία, τηλεπικοινωνίες, επισιτισμός, υπουργεία, εκπαίδευση κλπ), με τη συγκρότηση συντονιστικών και συντονισμών, επιτροπών αγώνα, πρωτοβουλιών πρωτοβάθμιων σωματείων και ομοσπονδιών, προσπάθειες που έχουν παίξει κρίσιμο ρόλο και μπορούν να κάνουν ακόμα περισσότερα βήματα μπροστά στην κατεύθυνση της ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος. Με στόχο να πρωτοστατήσουν στις μάχες για να ανατραπεί το μνημονιακό σφαγείο,  με προσπάθεια να συνδεθούμε και να κερδίσουμε όλους τους εργαζόμενους που παλεύουν για τον ίδιο στόχο ανεξάρτητα με το τι ηγεσία έχουν, επιδιώκοντας σταθερά την κοινή δράση με κάθε αγωνιστική δύναμη πάνω σε λογική ανατροπής.

Όλες αυτές τις προσπάθειες χρειάζεται να στηρίξει με όλες τις δυνάμεις της η ΑΝΤΑΡΣΥΑ διεκδικώντας να συμβάλει σε ένα σταθερό Συντονισμό όλων των παραπάνω δυνάμεων και κινήσεων με ενιαία παρέμβαση με λογική συσπείρωσης και κοινής δράσης όλων των ταξικών ρευμάτων κόντρα σε κεφάλαιο, κυβερνήσεις, ΕΕ. Με στόχο συντονισμοί, πρωτοβουλίες και αγωνιστικά μπλοκ συνδικάτων «από τα κάτω» να είναι σε θέση να αποφασίζουν και να προχωράνε το αγωνιστικό τους σχέδιο κόντρα στην κυβέρνηση και τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, αλλάζοντας την κατάσταση στο εργατικό κίνημα.

Η λογική του συντονισμού στους κλάδους και συνολικά δεν είναι κάποια «αντικαπιταλιστική παραξενιά» για να ξεχωρίσουμε από άλλες τάσεις του κινήματος. Αντίθετα είναι αναγκαιότητα και διέξοδος «από τα κάτω» για την ενωτική, αγωνιστική έκφραση των εργατικών συμφερόντων. Δεν επιδιώκουμε ένα «κομματικό κέντρο», μια πρωτοβουλία συσπείρωσης γύρω από τον εαυτό μας, αλλά μια συσπείρωση ταξικών δυνάμεων σε γραμμή μάχης.  Η λογική αυτή συνιστά όχι μόνο αγωνιστική-κινηματική αλλά και πολιτική πρόταση προς όλες τις μαχόμενες δυνάμεις της Αριστεράς και του κινήματος να δράσουν από κοινού, να συμβάλουν στην εργατική λαϊκή αντεπίθεση, να αφήσουν τους κομματικούς και παραταξιακούς μονόδρομους.

ε) Ισχυροποίηση των ταξικών, αντικαπιταλιστικών σχημάτων - συσπειρώσεων σε κάθε χώρο και κλάδο

Έχουμε πραγματικές δυνατότητες να κινηθούμε σε μια τέτοια κατεύθυνση. Σε χώρους του δημοσίου οι δυνάμεις των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ είναι ισχυρά διακριτός και με πολλούς αγωνιστικούς δεσμούς πόλος. Στον ιδιωτικό τομέα, παρά τις μεγάλες δυσκολίες, έχουμε δυνάμεις σε μια σειρά χώρους οι οποίες μπορούν να απλωθούν και να παρέμβουν σε περισσότερους κλάδους και Εργατικά Κέντρα.

Υπερασπιζόμαστε την αυτοτέλεια των κινήσεων, τον ανατρεπτικό, αντιδιαχειριστικό, αντιΕΕ προσανατολισμό τους, παλεύοντας να ηγεμονεύσει το αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο που έχει ανάγκη η εργατική τάξη, την ενωτική δημοκρατική λειτουργία τους με βάση τις συνελεύσεις τους και τη δημοκρατική ώσμωση διαφορετικών ρευμάτων. Αρνούμαστε λογικές ενοποίησης ή διάσπασης στη βάση κομματικών σχεδίων ή "κομματικών ταυτοτήτων". Αυτό που είναι αδιαπραγμάτευτο είναι το περιεχόμενό τους, η αγωνιστική στάση, η ανεξαρτησία από το κράτος, την ΕΕ, την εργοδοσία, η αντιδιαχειριστική λογική, η δημοκρατική κουλτούρα. Ενισχύουμε τα εργατικά σχήματα, τις παρεμβάσεις και τις κινήσεις στις οποίες συμμετέχουν οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και παλεύουμε για την αναβάθμιση, ενοποίηση και διεύρυνσή τους με κάθε δύναμη που θέλει να κινηθεί στην παραπάνω κατεύθυνση.

στ) Ανάπτυξη της ενωτικής κατεύθυνσης μέσα στο κίνημα και τους αγώνες και πρωτοβουλιών προς τις μαχόμενες δυνάμεις της αριστεράς.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα συνεχίσει τις πρωτοβουλίες προς τις μαχόμενες δυνάμεις του κινήματος και της αριστεράς. Για την ανάπτυξη των εργατικών διεκδικήσεων, για την ταξική ανασυγκρότηση του κινήματος και την ενίσχυση των συντονισμών από τα κάτω, για την εργατική παρέμβαση στα κρίσιμα μέτωπα του πολέμου και της δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. 

ζ) Στην πορεία για την Συνδιάσκεψη και μετά από αυτή χρειάζεται να συζητηθεί το ζήτημα της δημιουργίας μιας ταξικής εργατικής κίνησης με πανελλαδική διάρθρωση για να εκφραστεί η τάση ανατροπής και χειραφέτησης της εργατικής τάξης.

Η Συνδικαλιστική Γραμματεία χρειάζεται να αναβαθμίσει τη λειτουργία της σε αυτή την κατεύθυνση αξιοποιώντας και την πείρα των παρεμβάσεων των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο εργατικό κίνημα.

32. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα πρωταγωνιστήσει το επόμενο διάστημα και στις αντιφασιστικές, αντιρατσιστικές μάχες στηρίζοντας καταρχήν πρωτοβουλίες που παίρνουν δυνάμεις της που πρωταγωνιστούν σε αυτές (ΚΕΕΡΦΑ, ΣΥΠΡΟΜΕ, τοπικές αντιφασιστικές πρωτοβουλίες).

Η πάλη για τα εργατικά λαϊκά δικαιώματα και τις ελευθερίες ενάντια στα μνημόνια και την καπιταλιστική επίθεση είναι άμεσα δεμένη με την πάλη ενάντια στο ρατσισμό και τους φασίστες. Είναι πάλη για την ενότητα της εργατικής τάξης, για τη δυνατότητά της να σφραγίσει την οργή ενάντια στην κατρακύλα του ΣΥΡΙΖΑ με τη δική της προοπτική της επαναστατικής ελπίδας κόντρα στην αντεπαναστατική  βία των φασιστών. Είναι πάλη στην οποία διεκδικούμε να κερδίσουμε κάθε αγωνιστή και αγωνίστρια. Παλεύουμε για την ανάπτυξη ενός μαζικού, μαχητικού, ενωτικού αντιρατσιστικού και αντιφασιστικού κινήματος που να στρέφεται ενάντια στην κυβέρνηση και την ΕΕ. Δεν συνεργαζόμαστε με την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ή τμήματά της που έχει την ευθύνη για την υλοποίηση της αντιδραστικής πολιτικής.

Αυτό σημαίνει:

•          Στήριξη της μάχης που δίνει η Πολιτική Αγωγή του Αντιφασιστικού Κινήματος στη Δίκη της Χρυσής Αυγής. Για να καταδικαστεί η εγκληματική συμμορία που λειτουργεί με το μανδύα του «νόμιμου πολιτικού κόμματος». Για να πάνε στη φυλακή οι φονιάδες του Λουκμάν και του Παύλου Φύσα από τον Μιχαλολιάκο μέχρι τον τελευταίο μαχαιροβγάλτη.

•          Στήριξη και ανάδειξη της εκστρατείας για να κλείσουν τα «γραφεία»-ορμητήρια των ναζί στη Μεσογείων και της αντίστοιχης Πρωτοβουλίας που έχει συγκροτηθεί στην περιοχή, αλλά και σε κάθε γειτονιά που τολμούν ακόμα να εμφανίζονται.

•          Πάλη ενάντια στην Ευρώπη-Φρούριο, για να καταργηθούν οι ρατσιστικές συμφωνίες της ΕΕ με την Τουρκία και την Λιβύη. Σύνορα ανοιχτά για πρόσφυγες και μετανάστες: «Το ΝΑΤΟ κλείστε τα σύνορα ανοίξτε».

•          Να κλείσουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, άσυλο και στέγη στους πρόσφυγες, πόλεις ανοιχτές για τους πρόσφυγες. Μαζικές προσλήψεις σε σχολεία, δήμους νοσοκομεία και όλες τις κοινωνικές υπηρεσίες για να καλυφθούν οι ανάγκες ντόπιων, μεταναστών και προσφύγων.  

33.       Οι επίμονοι αγώνες του κινήματος, μέσα από τους Συντονισμούς των Συλλογικοτήτων, δεν επέτρεψαν να προχωρήσει η αρπαγή της λαϊκής κατοικίας. Όμως η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κλιμακώνει την επίθεση με τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς και το ιδιώνυμο στους αγωνιστές. Για να αποκρουστεί η επίθεση της κυβέρνησης και των τραπεζιτών πρέπει η μάχη να γίνει υπόθεση όλου του εργατικού κινήματος και της νεολαίας. Να πάρει μορφές λαϊκής αυτοάμυνας ώστε κανένας εργαζόμενος να μην χάσει το σπίτι του. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στηρίζει τον αγώνα του κινήματος για να μπει φραγμός στην αρπαγή και για να ανατραπεί αυτή η πολιτική.

34. Οι επιθέσεις στη νεολαία, στο καθολικό δικαίωμα στην εκπαίδευση και στην εργασία, είναι γενικευμένες και αποτελούν κομμάτι των μνημονιακών επιθέσεων στην εργατική τάξη συνολικά. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ το 2017 η ανεργία των νέων έφτανε το 44,4%, το μεγαλύτερο ποσοστό στην ΕΕ μετά την Ισπανία. Το πρόβλημα της νεανικής ανεργίας κορυφώθηκε το 2013 και παραμένει σε υψηλά επίπεδα, παρά την πολυδιαφημιζόμενη καθοδική της τάση, η οποία σχετίζεται  με την εξάπλωση της επισφαλούς απασχόλησης. Οι όροι εργασίας της νεολαίας είναι σαφώς χειρότεροι από τους ήδη κακούς όρους εργασίας προηγούμενων γενεών. Ο κατώτατος μισθός για τους νέους εργαζόμενους μέχρι 25 χρονών είναι 510,95 ευρώ μεικτά, μικρότερος κατά περίπου 15% σε σχέση με τον μισθό των εργαζόμενων άνω των 25 ετών. Περίπου ένας στους τέσσερις εργάζεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου.

Αντίστοιχα η νεολαία που σπουδάζει στα ΑΕΙ-ΤΕΙ είναι αντιμέτωπη με τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στην ανώτατη εκπαίδευση όπως αυτές εκφράζονται στην περίοδο των μνημονίων. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ συνεχίζει την πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων και ψηφίζει νόμους αντίστοιχους αυτών της Διαμαντοπούλου και του Αρβανιτόπουλου. Το καλοκαίρι ψήφισε το «νόμο Γαβρόγλου» που προβλέπει κλεισίματα και συγχωνεύσεις σχολών και τμημάτων, βάζει δίδακτρα σε όλα τα μεταπτυχιακά (με ανοιχτή την προοπτική και για τα προπτυχιακά) και σπρώχνει τα πανεπιστήμια στην αυτοχρηματοδότηση, δηλαδή βαθύτερη σύνδεση με την αγορά (χορηγίες). Παράλληλα έρχεται να διαλύσει τα πτυχία μετατρέποντάς τα σε απλά πιστοποιητικά γνώσεων-σπουδών χωρίς κατοχυρωμένα επαγγελματικά δικαιώματα και να ενισχύσει τη λογική του ατομικού φάκελου προσόντων, της κατάρτισης και επανακατάρτισης στους φοιτητές-αποφοίτους (με επί πληρωμή πιστοποιήσεις). Η εξαγγελία για Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής είναι κομμάτι αυτής της πολιτικής. Όλο αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, καθώς και η πίεση για όσο το δυνατόν ταχύτερη ένταξη στην αγορά εργασίας, έχουν ως αποτέλεσμα την πολύ σκληρή πειθάρχηση της σπουδάζουσας νεολαίας.

Την ίδια στιγμή οι αλλαγές αυτές συναντούν αντιστάσεις. Ήδη το τελευταίο διάστημα  νέοι εργαζόμενοι οργανώνονται σε μια σειρά χώρους δουλειάς και αντιστέκονται απέναντι στο καθεστώς της επισφάλειας, της απλήρωτης εργασίας, των απολύσεων. Στα ΕΠΑΛ, ο αγώνας στα ΤΕΙ, στις εστίες, η μαζική συμμετοχή της νεολαίας στις αντιρατσιστικές και αντιφασιστικές μάχες αποτελούν τέτοια παραδείγματα.

Στην εργατική νεολαία η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να εντείνει την προσπάθεια της να ενισχύσει τις συλλογικές μορφές οργάνωσης και πάλης της νεολαίας αξιοποιώντας και μελετώντας την πείρα  από μορφές οργάνωσης που αναπτύσσονται στην νεολαία (επιτροπές ανέργων, πρωτοβουλίες ενάντια στην επισφάλεια κλπ) με σταθερό προσανατολισμό στην ενίσχυση των συνδικάτων ή τη δημιουργία νέων εκεί που δεν υπάρχουν, και τη σύνδεση με την υπόλοιπη εργατική τάξη.

Στη σπουδάζουσα νεολαία απαιτείται να συμβάλλουμε στην ανάπτυξη ενός πλατιού ρωμαλέου κινήματος που θα εναντιώνεται στην επιδιωκόμενη καπιταλιστική αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης, θα απαντάει στις προκλήσεις και επίδικα της περιόδου, θα φέρνει τους Φοιτητικούς Συλλόγους σε καλύτερες θέσεις μάχης και θα καθιστά το φοιτητικό κίνημα ξανά νικηφόρο και επικίνδυνο, συμβάλλοντας στην υπόθεση της αντικαπιταλιστικής ανατροπής. Ως δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στηρίζουμε την Ενιαία Ανεξάρτητη Αριστερή Κίνηση και τα σχήματα που την συγκροτούν. Στην κρίσιμη καμπή που βρίσκεται η ΕΑΑΚ από πλευράς μας υπερασπίζουμε και παλεύουμε για τον αντικαπιταλιστικό της χαρακτήρα, τη ριζική δημοκρατική της ανασυγκρότηση και τη μαχητική κινηματική δράση της.   

35. Μεγάλη σημασία αποκτά η πάλη για την προστασία της φύσης, του περιβάλλοντος (δομημένου και φυσικού) απέναντι στην επίθεση των «επενδυτών», στην αποθέωση της «ανταγωνιστικότητας» και των «επενδύσεων» τις δυνάμεις του κεφαλαίου και όλες ανεξαίρετα τις κυβερνήσεις και την ΕΕ.  Η πάλη για την προστασία του φυσικού, του πολιτιστικού αλλά και του δομημένου περιβάλλοντος ενάντια στην εκμεταλλευτική μανία του κεφαλαίου διαχωρίζεται από τις λογικές του «πράσινου καπιταλισμού», που απλά έρχεται να κερδοσκοπήσει –και σε ένα σημαντικό βαθμό να συνεχίσει την καταστροφή- πάνω στις πληγές που συνεχίζει να ανοίγει  το κεφάλαιο. Το δίλημμα καπιταλιστική βαρβαρότητα, καταστροφή της φύσης και υποδούλωση του ανθρώπου ή κομμουνιστική απελευθέρωση έρχεται στο προσκήνιο με νέα δυναμική.

Από τις Σκουριές μέχρι τη Φιλαδέλφεια, υπήρχαν και υπάρχουν σημαντικές εστίες αντίστασης από τα κάτω. Δίπλα στην οργή και το θυμό για τις περιβαλλοντικές καταστροφές υπάρχει η διάθεση για αγώνα κόντρα σ' αυτές τις επιλογές κεφαλαίου και κυβέρνησης. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ήταν και είναι παρούσα και δίπλα στο κόσμο που παλεύει στα μέτωπα αυτά. Στη Νέα Φιλαδέλφεια κατάφερε να σπάσει τη τρομοκρατία Μελισανίδη, που με την αρωγή της κυβέρνησης και της αστυνομίας απαγόρευε με τη βία των μπράβων του κάθε συλλογική δράση, και να οργανώσει μία μαζική και πετυχημένη εκδήλωση όπου έδωσε βήμα σε ευρύτερα κομμάτια των κινήσεων της περιοχής να συζητήσουν και να οργανώσουν.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα πρέπει να αναβαθμίσει τη δράση της σ' αυτά τα μέτωπα: Οι δυνάμεις των ΤΕ πρέπει να μπούν μπροστά για να ενωθεί και να συντονιστεί η αντίσταση σε κάθε γειτονιά και από γειτονιά σε γειτονιά με κέντρο τα τοπικά συνδικάτα, τις αριστερές δημοτικές κινήσεις, τις τοπικές συλλογικότητες ώστε να μην προχωρήσουν τα περιβαλλοκτόνα σχέδια κυβέρνησης, κεφαλαίου που καταστρέφουν τη ζωή μας. Οι εκλεγμένοι δημοτικοί και περιφερειακοί σύμβουλοι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τα δημοτικά σχήματα που συμμετέχει είναι πολύτιμη βοήθεια σ' αυτή τη προσπάθεια.

Ταυτόχρονα, και εξίσου σημαντικό, θα πρέπει να προβάλει την συνολική αντικαπιταλιστική εναλλακτική απέναντι στη καταστροφή του περιβάλλοντος. Η σύνδεση της περιβαλλοντικής καταστροφής με το κέρδος των καπιταλιστών δεν είναι προνόμιο μίας μικρής μειοψηφίας αντικαπιταλιστών. Όλο και περισσότερος κόσμος, μέσα από την εμπειρία του και τους αγώνες του, κάνει αυτή τη σύνδεση και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα πρέπει να τον κερδίσει στη συνολική αντικαπιταλιστική εναλλακτική.  

36. Η παρέμβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο κίνημα ενάντια στην έμφυλη καταπίεση. Η 8 Μάρτη του 2017, παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, σημαδεύτηκε από τις μαζικότερες και πιο δυναμικές διαδηλώσεις στον πλανήτη, με την προσπάθεια συγκρότησης ενός νέου διεθνούς γυναικείου κινήματος. Και στην Ελλάδα το γυναικείο κίνημα εμπνέεται από τους διεθνείς αγώνες και βρίσκεται σε άνοδο. Οι γυναίκες είναι ορατές στην πρώτη γραμμή των αγώνων, από τα νοσοκομεία και τα σχολεία μέχρι τα πολυκαταστήματα, τις καθαρίστριες, τα ΜΜΕ, τις σχολές, τις διαμαρτυρίες ενάντια στη σεξιστική βία και δείχνουν ότι έχουν τη δυναμική να αντιπαλέψουν τα χτυπήματα.

Για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι σαφές ότι το γυναικείο ζήτημα και το ζήτημα της έμφυλης καταπίεσης συνδέεται άμεσα με το πεδίο της ταξικής αντιπαράθεσης. Η οργανική σύνδεση του γυναικείου και ΛΟΑΤΚΙ κινήματος με το εργατικό κίνημα, το μπόλιασμά του με τους στόχους και το περιεχόμενο της αντικαπιταλιστικής ανατροπής είναι βασική προϋπόθεση για την κατάργηση κάθε διάκρισης με βάση το φύλο, την καταγωγή, τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Με αυτό το σκεπτικό οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις στις 8 Μάρτη και στις 25 Νοέμβρη, και σε κινηματικές πρωτοβουλίες σε αντι-σεξιστική κατεύθυνση. Με το ίδιο σκεπτικό στηρίξαμε τα αιτήματα και τις κινητοποιήσεις των ΛΟΑΤΚΙ+ για το σύμφωνο συμβίωσης και την ταυτότητα φύλου, κόντρα στις επιθέσεις που δέχτηκαν από τα ΜΜΕ, τα αστικά κόμματα και την Εκκλησία.

Εμπνεόμαστε από τη Ρώσικη Επανάσταση, τα 100 χρόνια της οποίας γιορτάσαμε πέρσι, που έδωσε μια πραγματική γεύση του τι σημαίνει να σπάνε τα δεσμά της σεξιστική καταπίεσης. Η επαναστατική εργατική κυβέρνηση παραχώρησε στις γυναίκες το δικαίωμα ψήφου, το αυτόματο διαζύγιο, τα ίδια δικαιώματα και ίση αμοιβή στην απασχόληση ανάμεσα στις γυναίκες και άντρες. Η μοιχεία, η αιμομιξία και η ομοφυλοφιλία έπαψαν να είναι ποινικά αδικήματα.

Για την οργάνωση της παρέμβασης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για τα ζητήματα φύλου, και με αυτό τον πολιτικό προσανατολισμό, λειτουργεί η ομάδα φύλου ΑΝΤΑΡΣΥΑ LGBTQI+ και γίνεται προσπάθεια για την ενίσχυση της Ομάδας Γυναικών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ώστε να ανταποκριθούμε στις μάχες που βρίσκονται μπροστά. Τα ζητήματα της έμφυλης καταπίεσης, πρέπει να απασχολήσουν με συγκεκριμένο τρόπο το σύνολο του δυναμικού των αγωνιστών και αγωνιστριών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ειδωμένα από τη σκοπιά της καθολικής κοινωνικής χειραφέτησης και απελευθέρωσης.

Ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα που στόχο έχει τη διάσπαση της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων για να διατηρήσει την κυριαρχία του, να αντιπαραβάλουμε την κατάργηση των ταξικών ανισοτήτων και την κοινωνική χειραφέτηση. Αγώνας που περνάει και μέσα από τη γυναικεία χειραφέτηση. Γιατί η απελευθέρωση των γυναικών και όλων των καταπιεσμένων από τον σεξισμό δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την απελευθέρωση συνολικά της εργατικής τάξης από την εκμετάλλευση, και άρα από το καπιταλιστικό σύστημα. Αλλά και αντίστροφα, δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνική χειραφέτηση χωρίς την εξάλειψη κάθε καταπίεσης.

Γ3. Ο ρόλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την οικοδόμηση ενός μαζικού αντικαπιταλιστικού ρεύματος στο κίνημα και την κοινωνία. Το αντικαπιταλιστικό μέτωπο και η πολιτική συνεργασία των αντικαπιταλιστικών αντιΕΕ δυνάμεων

37. Μπροστά στους εργαζόμενους και τον λαό ανοίγονται δύο δρόμοι: Είτε οι αστικές μνημονιακές πολιτικές δυνάμεις, παλιές και νέες, θα επιβάλουν τη δική τους «έξοδο» από την καπιταλιστική κρίση  πάνω στις πλάτες της εργατικής τάξης και του λαού, είτε το εργατικό κίνημα και ο λαός θα επιβάλουν τη δική τους αντικαπιταλιστική διέξοδο αναγκάζοντας τους καπιταλιστές να πληρώσουν το κόστος.

Παλεύουμε για το ψωμί, την δουλειά, την ειρήνη, τις λαϊκές ελευθερίες και τα δικαιώματα της εποχής μας, για την αντικαπιταλιστική ανατροπή της ευρωμνημονιακής επίθεσης κυβέρνησης – κεφαλαίου – ΕΕ – ΔΝΤ, των αντιδραστικών καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, της επιτροπείας, του πολεμικού κινδύνου και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, της επίθεσης στα δημοκρατικά δικαιώματα. Παλεύουμε για την ήττα και την ανατροπή της πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, και κάθε κυβέρνησης που ακολουθεί την ίδια πολιτική, την ήττα συνολικά του αστικού μνημονιακού μπλοκ. Με την δύναμη της εργατικής τάξης και του εργατικού και λαϊκού κινήματος, και του αντικαπιταλιστικού μετώπου.  Για να ανοίξει ο δρόμος για ρήγματα στην αστική πολιτική, για την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας,  για να περάσει ο πλούτος και η εξουσία στα χέρια των εργαζόμενων.  

Βάση της πολιτικής μας είναι το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα. Το πλαίσιο των πολιτικών στόχων του αντικαπιταλιστικού προγράμματος συγκρούεται με την κυρίαρχη αστική πολιτική. Απευθύνεται στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, με στόχο την ανάπτυξη του αγώνα για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. «Γεφυρώνει» τις σημερινές διεκδικήσεις με την προοπτική της ανατροπής του καπιταλισμού και τον ορίζοντα της  εργατικής εξουσίας.

Το ερώτημα τελικά ποιά τάξη και σε ποιά κατεύθυνση μπορεί να πάρει τον πραγματικό έλεγχο της οικονομίας και του κράτους στα χέρια της, και κατ’ επέκταση το αίτημα του εργατικού ελέγχου, γίνεται όλο και πιο επίκαιρο, ειδικά σε συνθήκες αναζήτησης «εναλλακτικής λύσης» από τα μαχόμενα κομμάτια του κινήματος. Ο εργατικός έλεγχος μπορεί να αποτελέσει σημείο αντίστασης στην επίθεση των καπιταλιστών (ιδιωτικοποιήσεις, εκμετάλλευση των δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών, ομαδικές απολύσεις, φαινομενικές χρεοκοπίες, εγκατάλειψη επιχειρήσεων αφού τις υπερχρεώσουν κλπ). Επιβάλλεται μέσα από τους αγώνες του εργατικού κινήματος, αμφισβητώντας την εξουσία των καπιταλιστών και του διευθυντικού τους μηχανισμού, τόσο στην άμεση διαδικασία παραγωγής (στους χώρους δουλειάς), όσο και στην κοινωνία συνολικά προβάλλοντας την προοπτική μιας άλλης εξουσίας και μιας άλλης οργάνωσης της παραγωγής στο σήμερα.

Τελικός στόχος και αναπόσπαστο στοιχείο του αντικαπιταλιστικού προγράμματος είναι η επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας, το τσάκισμα του αστικού κράτους. Με την επαναστατική αλλαγή ανοίγει ο δρόμος για την μετάβαση στις σοσιαλιστικές/κομμουνιστικές κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές σχέσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επανάσταση είναι στην ημερήσια διάταξη. Σημαίνει ότι εμπνέει και καθορίζει τους σημερινούς μας σκοπούς και μέσα, ότι διαμορφώνει τον σημερινό μας ορίζοντα, ότι καθορίζει τον τελικό μας στόχο, την πάλη για την εξουσία.

Το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα δεν είναι για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ «άλλοθι διαχωρισμού» με άλλες δυνάμεις, «σεχταρισμού» ή «φετίχ». Ξεκινάει από την αντίληψη ότι  σήμερα δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική φιλολαϊκή διέξοδος από την κρίση χωρίς ρήξη και αναμέτρηση με την αστική τάξη και τους συμμάχους της, χωρίς να χάσει πλούτο και εξουσία το κεφάλαιο και τελικά χωρίς την ανατροπή του.

38. Στοιχείο του προγράμματος είναι και η απάντηση στο ερώτημα «ποιος θα το υλοποιήσει». Το πρόγραμμα  προωθείται -και με την προώθησή του μπορούν να επιβληθούν κατακτήσεις και ρωγμές από σήμερα- με την πάλη του εργατικού και λαϊκού κινήματος και του «αντικαπιταλιστικού μετώπου». Στο σύνολό του, όμως, το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα μπορεί να το υλοποιήσει η εξουσία και η  κυβέρνηση των εργαζόμενων, η εξουσία και η κυβέρνηση  των οργάνων του εργατικού και λαϊκού κινήματος.

Για αυτό τον λόγο οι δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής-επαναστατικής αριστεράς υποστηρίζουν ότι απαιτείται η πάλη για τη συνολική εξουσία. Ρίχνουν από  σήμερα  όλο το βάρος τους στα όργανα του εργατικού και του λαϊκού κινήματος.

39. Παίρνοντας υπόψη τα παραπάνω, οι βασικές πολιτικές αιχμές του αντικαπιταλιστικού προγράμματος πάλης, για την ανατροπή της πολιτικής κυβέρνησης - κεφαλαίου - ΕΕ - ΔΝΤ - ΝΑΤΟ, είναι:

  • Διαγραφή του χρέους, αντί για τα αιματηρά «πλεονάσματα» που λεηλατούν την εργατική τάξη.
  • Κρατικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων αντί για ιδιωτικοποιήσεις και πλειστηριασμοί που χαρίζουν πλούτο στα «επενδυτικά» λαμόγια.
  • Διεθνιστική έξοδος/ρήξη με το ευρώ, την ΕΚΤ και την ΕΕ και επιβολή εργατικού ελέγχου σε όλα τα επίπεδα, στην οικονομία και στην πολιτική.

• Ριζική βελτίωση της θέσης των εργαζομένων σε βάρος του κεφαλαίου, με αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, μείωση του χρόνου εργασίας, δουλειά σταθερή και με ασφάλιση. Ιδιαίτερα παλεύουμε για την μείωση της ανεργίας με μαζικές προσλήψεις στο δημόσιο για τις κοινωνικές ανάγκες σε παιδεία, υγεία, υπηρεσίες Δήμων κλπ. Μείωση των χρόνων συνταξιοδότησης και των ωρών εργασίας. Εθνικοποίηση και άνοιγμα με κρατική χρηματοδότηση και εργατικό έλεγχο όλων των κλειστών εργοστασίων. Να καταργηθεί η αντιδραστική διάκριση παλιών/νέων εργαζόμενων.

• Μονομερής κατάργηση όλων των Μνημονίων, των δανειακών συμβάσεων και των εφαρμοστικών νόμων που τις συνοδεύουν.

• Αποδέσμευση από την ΕΕ από την σκοπιά των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων. Απελευθέρωση από το καθεστώς επιτροπείας από ΕΕ και ΔΝΤ.

• Παύση πληρωμών και διαγραφή του χρέους. Συμβολή στην διεθνιστική πάλη για την διαγραφή των χρεών, που αποτελεί όπλο του χρηματιστικού κεφαλαίου στην αδιανόητη ληστεία λαών, χωρών, φυσικού πλούτου κλπ.

  • Υπεράσπιση της ειρήνης, ενάντια στον πόλεμο και τον ιμπεριαλισμό, τους ανταγωνισμούς των αστικών τάξεων. Παλεύουμε ενάντια στον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό που είναι αντιδραστικός και από τις  δύο πλευρές του Αιγαίου και έχει σαν αντικείμενο τους ανταγωνισμούς των αστικών τάξεων για τις ΑΟΖ, για την γεωπολιτική τους αναβάθμιση στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών σχεδίων και ανταγωνισμών. Είμαστε αντίθετοι στον επικίνδυνο άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ-Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου. Έξω από ΝΑΤΟ και ευρωστρατό, κλείσιμο των βάσεων. Δίκαιη βιώσιμη λύση στο Κυπριακό για Κύπρο χωρίς ελληνικό και τουρκικό  στρατό και αγγλικές ή άλλες βάσεις, με εξασφαλισμένα τα δικαιώματα των λαών της Κύπρου να αποφασίσουν για την τύχη τους. Όχι στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στα Βαλκάνια. Παλεύουμε ενάντια στον εθνικισμό που προσπαθεί να σηκώσει κεφάλι με αφορμή το «όνομα της Μακεδονίας». Να μην αφήσουμε την ελληνική κυβέρνηση να γίνει ο «νονός» των Βαλκανίων. Ίσα πολιτικά και θρησκευτικά δικαιώματα στις μειονότητες.

• Καμιά ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση των δημόσιων αγαθών. Εθνικοποίηση χωρίς αποζημίωση, με εργατικό και κοινωνικό έλεγχο όλων των τραπεζών και των μονάδων στρατηγικής σημασίας, λειτουργία τους για τις κοινωνικές ανάγκες. Να περάσουν στα χέρια τω εργατών με στήριξη των εργατικών καταλήψεων μονάδων που εγκαταλείπουν οι καπιταλιστές.

• Παλεύουμε ενάντια στις κατασχέσεις, τους πλειστηριασμούς, στην οικονομική βία σε βάρος της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Κατάργηση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, νομοθετική κατοχύρωση του ακατάσχετου της πρώτης λαϊκής κατοικίας, διαγραφή των χρεών ανέργων και φτωχών προς τράπεζες, κράτος, δήμους, ταμεία. Κατάσχεση της περιουσίας των καπιταλιστών που κλείνουν επιχειρήσεις ή και αφήνουν απλήρωτους εργαζόμενους και ασφαλιστικά ταμεία.

• Δουλειά στους ανέργους και πολύπλευρη στήριξή τους ενάντια στη μάστιγα της ανεργίας.

• Ριζική αύξηση της φορολόγησης του πλούτου, του κεφαλαίου, των εφοπλιστών και της εκκλησίας. Αγώνας ενάντια στη φοροληστεία εργαζομένων και φτωχών.

• Υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργατών γης, στήριξη της μικρής και μεσαίας αγροτιάς και των πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών της, στην κατεύθυνση της φτηνής και ποιοτικής αγροτοδιατροφικής επάρκειας του λαού.

• Πάλη για τις δημοκρατικές ελευθερίες και τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα της εποχής μας ενάντια στην πολιτική αντίδραση. Πάλη ενάντια στην ιδεολογική τρομοκρατία του κεφαλαίου και των ιδιοκτητών ΜΜΕ.

• Δικαιώματα, άσυλο, ανοιχτά σύνορα, ελευθερίες για πρόσφυγες και μετανάστες, ενάντια στη γκετοποίηση, τις απελάσεις και τη δολοφονική αντιμετώπισή τους από ΕΕ και κυβέρνηση. Κάτω η ρατσιστική συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας-Ελλάδας.

• Πάλη για τη συντριβή των φασιστικών και ρατσιστικών συμμοριών, της Χρυσής Αυγής και των κρατικών και επιχειρηματικών στηριγμάτων της.

• Δημόσια, δωρεάν και ελεύθερη πρόσβαση σε παιδεία, υγεία, πρόνοια για όλους (ντόπιους, πρόσφυγες και μετανάστες).

• Παλεύουμε ενάντια στην καταπίεση και το σεξισμό, ενάντια σε κάθε μορφή διάκρισης και βίας λόγω φύλου-σεξουαλικού προσανατολισμού.

Το μεταβατικό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα που διαμόρφωσε και παρουσίασε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, από τη πρώτη στιγμή της δημιουργίας της, επηρέασε και καθόρισε τα αιτήματα και τους στόχους πάλης όλης της αριστεράς. Η διαγραφή του χρέους, η διεθνιστική ρήξη – αποδέσμευση από ΕΕ και ευρώ, ο εργατικός έλεγχος είναι μερικά από τα αιτήματα που υιοθετούνται από ευρύτερα κομμάτια της αριστεράς και του κινήματος.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα αναλάβει αυτοτελή καμπάνια προώθησης και ενημέρωσης για το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα με στόχο όχι μόνο να γίνει γνωστό σε ακόμη πλατύτερα κομμάτια της εργατικής τάξης και του λαού αλλά, πολύ περισσότερο, νικηφόρο όπλο στη πάλη των πρωτοπόρων αγωνιστών στους χώρους δουλειάς και εκπαίδευσης, στα συνδικάτα, στη νεολαία, στις γειτονιές, στην ύπαιθρο. Μ’ αυτό τον τρόπο θα συνδεθεί ζωντανά με τους αγώνες που δίνει σήμερα η εργατική τάξη, ώστε και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι να το κατακτούν μέσα από την εμπειρία τους και να συγκροτούνται σε υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής.

Ταυτόχρονα, επιδιώκουμε να συσπειρώνονται γύρω από το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και ευρύτερες πολιτικές δυνάμεις, ρεύματα και αγωνιστές, ώστε να συμβάλλουν με την δράση και τις ιδέες τους στην αλλαγή του συσχετισμού στην κοινωνία και την αριστερά.

40.  Ορισμένα ιδεολογικά ζητήματα της πάλης σήμερα

Με την υπογραφή των μνημονίων, αλλά και ακόμα περισσότερο με την μονιμοποίηση του καθεστώτος της επιτροπείας με διάφορες μορφές σε βάθος δεκαετιών (το λιγότερο μέχρι το 2060) και την αντιδραστική μετεξέλιξη της ΕΕ επιβεβαιώνεται η σημασία και το βάθος του ρόλου της  «επιτροπείας», σαν ειδική μορφή άσκησης της εξουσίας του κεφαλαίου και της σχέσης εθνικού-διεθνικού στις μέρες μας. Παλεύουμε για την κατάργηση των μνημονίων και της επιτροπείας κατανοώντας ότι αποτελούν  την ειδική μορφή που πήρε στην χώρα μας η επιβολή των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων από την συμμαχία ντόπιου και ξένου κεφαλαίου. Ότι αποτελεί τόσο «εσωτερική ανάγκη» του ελληνικού καπιταλισμού για να χτυπήσει το εργατικό κίνημα όσο και του ευρωπαϊκού για να σταθεροποιήσει την νομισματική ενοποίηση. Παλεύουμε ενάντια στην επιτροπεία από τη σκοπιά των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων, της λαϊκής κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας και της απελευθέρωσης του «έθνους των εργαζομένων» από τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς, αποκαλύπτοντας το ταξικό συμφέρον που κινεί αυτή την πολιτική. Η μάχη κατά των μνημονίων και της επιτροπεία στρέφεται ενάντια σε όλους τους εκμεταλλευτές, εγχώριους και ξένους.

41. Πάνω σε αυτή την βάση διαμορφώνεται η πολιτική απεύθυνση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προς τους εργαζόμενους και προς όλες τις δυνάμεις που παλεύουν για τα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα σε λογική ρήξης με το μαύρο μέτωπο κεφαλαίου-ΕΕ-ΔΝΤ και τον ιμπεριαλισμό, για μια σοσιαλιστική χειραφετητική προοπτική, για μια άλλη αριστερά, για την οικοδόμηση του αντικαπιταλιστικού μετώπου/πόλου.

Το πρόγραμμα, η προοπτική και η πρακτική του «αντικαπιταλιστικού μετώπου» στρέφονται ενάντια στους βασικούς νόμους του συστήματος (της κυριαρχίας της εκμετάλλευσης, του κέρδους, των αγορών, της ανταγωνιστικότητας, παραγωγικότητας κλπ). Έχει πολιτική ρήξης με την αστική τάξη και το κράτος της, με επαναστατική κατεύθυνση και ηγεμονία. Έχει ως τελικό στόχο την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της. Προσεγγίζει την επανάσταση μέσα από την πάλη για την υλοποίηση του αντικαπιταλιστικού προγράμματος, την οργάνωση και ωρίμανση των δυνάμεων για αυτήν.

Δρόμοι για την οικοδόμηση του αντικαπιταλιστικού μετώπου/πόλου όπως αυτοί καθορίστηκαν από την 3η Συνδιάσκεψη είναι: i) πρωτοβουλίες κοινής δράσης στα πλαίσια του αγωνιστικού μετώπου, ii) πολιτικές πρωτοβουλίες και πολιτικός συντονισμός σε κεντρικά μέτωπα της ταξικής πάλης με στόχο τη συσπείρωση δυνάμεων, iii) πρωτοβουλίες διαλόγου για το αντικαπιταλιστικό μέτωπο/πόλο. iv)   οι συνολικές προτάσεις  πολιτικής συνεργασίας, των αντικαπιταλιστικών, αντιιμπεριαλιστικών, αντιΕΕ δυνάμεων.

Η οικοδόμηση του αντικαπιταλιστικού μετώπου αποτελεί μια ολόκληρη κοινωνική και πολιτική διαδικασία. Δεν είναι μια ζαριά. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιδιώκει επομένως να  συμβάλλει στο να ωριμάζουν οι προϋποθέσεις μιας τέτοιας πορείας.  Στο  μετασχηματισμό των πιο πρωτοπόρων τάσεων του κινήματος, ώστε να προσεγγίζουν το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα.  Επιδιώκει να επιδράσει στο ήδη υπάρχον δυναμικό της αντικαπιταλιστικής και της επαναστατικής αριστεράς ώστε να συμβάλλει αποφασιστικά στην πορεία του αντικαπιταλιστικού μετώπου. Επιδιώκει την ουσιαστική ανάπτυξη - αναβάθμιση της ίδιας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ώστε να μπορέσει να παίξει το ρόλο που της αναλογεί σε μια τέτοια πορεία από την άποψη της προγραμματικής επάρκειας, της λαϊκής γείωσης, της ελκτικής δημοκρατικής δομής και λειτουργίας και της οργανωτικής ικανότητας. Για τον λόγο αυτό η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ανοιχτή στην ένταξη νέων δυνάμεων στις γραμμές της

 

42. Σε αυτή την κατεύθυνση επιδιώκει να συμβάλλει και μέσα από την πρόταση «Για ένα κοινό πολιτικό βηματισμό, την κοινή δράση, τον διάλογο και την πολιτική συνεργασία των αντικαπιταλιστικών, αντιιμπεριαλιστικών, αντι-ΕΕ δυνάμεων και των δυνάμεων της ανατροπής», όπως αυτή διαμορφώθηκε στο ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ το Γενάρη του 2016 και στην οποία επιμένουμε.

Η πρόταση αυτή έχει ως βάση της το πλαίσιο πολιτικών στόχων του αντικαπιταλιστικού προγράμματος. Κινείται σταθερά στην κατεύθυνση της σύγκρουσης με την αστική τάξη, την ΕΕ, τον ιμπεριαλισμό και τους φορείς τους. Απορρίπτει την κρατική διαχείριση και την λογική της «αριστερής» ή άλλης κυβέρνησης μέσα στα πλαίσια της «συνέχειας του κράτους» και των ιμπεριαλιστικών οργανισμών.  Στοχεύει στο μετασχηματισμό της κοινωνίας σε σοσιαλιστική κατεύθυνση, διαχωριζόμενη από «ενδιάμεσες λύσεις» και αυταπάτες φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού.

Δεν  θέτει ως προαπαιτούμενο την υποχρεωτική σύνδεση της συνεργασίας με την προοπτική του πόλου της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, ούτε ως προϋπόθεση τη συμφωνία για την  επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας, αφού δεν πρόκειται για συγκρότηση ενός διαφορετικού από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ αντικαπιταλιστικού μετώπου ή υποκατάσταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η οποία διατηρεί την αυτοτέλειά της και αναπτύσσεται ώστε να επιδρά θετικά σε όλη αυτή την διεργασία.

Μέσα από υλοποίηση μιας τέτοιας πολιτικής συνεργασίας θα συγκεντρώνονται δυνάμεις γύρω από τους βασικούς στόχους του αντικαπιταλιστικού προγράμματος, θα ενισχύεται η λαϊκή κινητικότητα, θα δημιουργείται μια νέα ελπίδα στους εργαζόμενους, θα ωριμάζουν οι προϋποθέσεις για τον αντικαπιταλιστικό πόλο και για ευρύτερες ανακατατάξεις στην αριστερά.  Για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι εξίσου σημαντικές οι πρωτοβουλίες για την κοινή δράση και οι κάθε μορφής πολιτικές πρωτοβουλίες. Είναι σημαντικό να προχωρούν παράλληλα και να αλληλοεπηρεάζονται.

43. Η  πρόταση «πολιτικής συνεργασίας» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απευθύνεται στο ευρύ και αντιφατικό εκείνο φάσμα δυνάμεων  αντικαπιταλιστικού, αντιιμπεριαλιστικού, αντιΕΕ και αντιδιαχειριστικού προσανατολισμού που υπάρχει σήμερα στην αριστερά.

Σε αγωνιστές που έχουν αποχωρήσει από τον ΣΥΡΙΖΑ, ή δυνάμεις που προέρχονται  από ρεφορμιστικά ρεύματα και αναζητούν με τον δικό τους τρόπο και διαδρομές προς τα αριστερά και στις  μαχόμενες πρωτοπορίες του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Η πρόταση για την «πολιτική συνεργασία» απευθύνεται σε δυνάμεις που τείνουν να υπερβούν το όριο της διαχειριστικής λογικής και κινούνται σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Για τις δυνάμεις του ΚΚΕ και της ΛΑΕ με βάση το περιεχόμενο της πολιτικής τους, την κατεύθυνση της  μετωπικής τους  πρότασης, τις δυνάμεις που απευθύνονται και την κινηματική τους πρακτική  δεν υπάρχουν προϋποθέσεις εφ’ όλης της ύλης πολιτικής συνεργασίας.

Με τις δυνάμεις αυτές καθώς και με τις άλλες μαχόμενες αριστερές δυνάμεις, επιδιώκουμε με επιμονή την κοινή δράση μέσα στο μαζικό κίνημα,  τον πολιτικό συντονισμό σε κρίσιμα μέτωπα της ταξικής πάλης και τον διάλογο, επιδιώκοντας να κερδίσουμε δυνάμεις τους προς την αντικαπιταλιστική προοπτική.

44. Η πρωτοβουλία «Για ένα κοινό πολιτικό βηματισμό, την κοινή δράση, τον διάλογο και την πολιτική συνεργασία των αντικαπιταλιστικών, αντιιμπεριαλιστικών, αντι-ΕΕ δυνάμεων και των δυνάμεων της ανατροπής» όπως και αυτή για την «κοινή δράση», βρήκε ανταπόκριση σε σημαντικό κομμάτι αγωνιστών της  βάσης της αριστεράς.

Παρόλα αυτά διαπιστώνουμε ότι στα ρεύματα που εγκαταλείπουν τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τις δυνάμεις που προέρχονται από αυτόν, η πολιτική και οργανωτική ρήξη δεν σημαίνει αυτόματα και ιδεολογική μετατόπιση προς μια πιο βαθιά αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Πολλά ζητήματα  παραμένουν αξεκαθάριστα και θολά, συνυπάρχουν αριστερές αντικαπιταλιστικές και διαχειριστικές/ρεφορμιστικές αντιλήψεις. Γι’ αυτό απαιτείται να αποφύγουμε τόσο την απογοήτευση και την παραίτηση, την υπόκλιση στις αντιφατικές απόψεις που υπάρχουν στα ρεύματα αυτά, τον σεχταρισμό και την ανυπομονησία.

Σε ό,τι αφορά τις οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις και ρεύματα, αναδείχθηκε η δυνατότητα μιας συμφωνίας πάνω σε στόχους του προγράμματος της πολιτικής πρότασης χωρίς, όμως, συνολικά να έχουν ξεπεραστεί οι προγραμματικές διαφορές, αλλά κυρίως χωρίς να αποτυπώνεται μια επιλογή στήριξης ενός μετωπικού βήματος για την πολιτική συνεργασία των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής, αντιιμπεριαλιστικής αντιΕΕ αριστεράς. 

Με βάση όλα τα παραπάνω η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα συνεχίσει την πολιτική της πρωτοβουλία, με στόχο ένα νέο και ορατό βήμα συσπείρωσης δυνάμεων που κινούνται σε αντικαπιταλιστική, αντιιμπεριαλιστική, αντιδιαχειριστική κατεύθυνση, με έμφαση στην «από κάτω» συσπείρωση αγωνιστών και ρευμάτων, αλλά και με ανοιχτή πρόσκληση σε δυνάμεις και ρεύματα.

45. Η πρόταση πολιτικής συνεργασίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν έχει σχέση με εκλογικές στοχεύσεις. Είμαστε αντίθετοι σε  λογικές  που αντιλαμβάνονται τις εκλογικές προτάσεις και συνεργασίες «αυτονομημένα», με ευκαιριακά κριτήρια κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης.

Επιμένουμε ότι η μαχόμενη αριστερά πρέπει να ρίξει όλο της το βάρος στους αγώνες ενάντια στο σφαγείο που οδηγεί τους εργαζόμενους και το λαό η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, χωρίς να περιμένει την τιμωρία της κυβέρνησης από τις κάλπες ή την εκλογική της ενίσχυση αυτονομώντας τους εκλογικούς στόχους από το αναγκαίο πολιτικό περιεχόμενο γεγονός που οδηγεί σε καιροσκοπικές συμμαχίες χωρίς αρχές.

Σε κάθε περίπτωση το πρόγραμμα και το εύρος των δυνάμεων που απευθυνόμαστε για την πρόταση πολιτικής συνεργασίας θα αποτελέσουν και την βάση της εκλογικής μας τακτικής σε περίπτωση προκήρυξης εκλογών. Δεν έχουμε διαφορετική τακτική στις εκλογές και διαφορετική στις πολιτικές συνεργασίες.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρωτοστατώντας ενωτικά και μαχητικά στους αγώνες και στο συντροφικό διάλογο για την επικαιρότητα του αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος, διαμορφώνει τις συνθήκες ώστε η όποια συζήτηση προκύψει για εκλογική - πολιτική συνεργασία με άλλες δυνάμεις να γίνει με όρους προωθητικούς για την ταξική πάλη και τον αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό του δυναμικού που έχει αποδεσμευτεί ή αποδεσμεύεται από τον ΣΥΡΙΖΑ και αναζητάει εναλλακτική.

Η αυτοτέλεια και η ανεξάρτητη παρουσία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε όλα τα επίπεδα (και στις εκλογές) είναι αδιαπραγμάτευτη αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι στεκόμαστε σε «γραμμή άμυνας». Αντίθετα, απλώνουμε με αυτοπεποίθηση το χέρι για να τραβήξουμε και άλλες δυνάμεις στην πάλη για την αντικαπιταλιστική ανατροπή. 

 

Δ. Για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ μαζική, δημοκρατική 

46. Το πολιτικό και οργανωτικό δυνάμωμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η επέκταση της επιρροής της και η δυνατότητα της να κινητοποιεί, εξαρτώνται από τέτοιες πολιτικές πρωτοβουλίες. Αυτές είναι το οξυγόνο που θα δώσουν ζωή και χώρο στις τοπικές και κλαδικές επιτροπές να αναπτύξουν τη συζήτηση, τη δράση και τις πρωτοβουλίες τους.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συγκροτήθηκε σαν μέτωπο οργανώσεων και αγωνιστών που προέρχονταν από διαφορετικές παραδόσεις και ιστορικές πορείες στο χώρο της επαναστατικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Αυτός ο χαρακτήρας της πρέπει να περιφρουρηθεί.

Για να ανταποκριθεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις αυξημένες απαιτήσεις της περιόδου αλλά και τις διευρυμένες δυνατότητες, πρέπει αναπτυχθεί αριθμητικά, να ανασυγκροτηθεί, και να μετασχηματιστεί σε ένα πιο ενωμένο και αναβαθμισμένο αντικαπιταλιστικό μέτωπο,  με ζωντανή ουσιαστική και δημοκρατική εσωτερική ζωή που θα εμπνέει και θα ελκύει τους αγωνιστές που απομακρύνονται από κυβερνητικές αυταπάτες, αποστοιχίζονται από ρεφορμιστικά ρεύματα και στρέφουν το βλέμμα τους σε αυτήν.

Στην 3η συνδιάσκεψη συζητήθηκε ο καθοριστικός ρόλος των κλαδικών επιτροπών στην απόκτηση δεσμών με την εργατική τάξη και τη συγκροτημένη παρέμβαση στο εργατικό κίνημα. Οι αντικειμενικές δυσκολίες που υπάρχουν κυρίως στους χώρους του ιδιωτικού τομέα, αλλά και υποκειμενικές πολιτικές αδυναμίες όπως η «στενή συνδικαλιστική παρέμβαση», η υποτίμηση της αυτοτελούς πολιτικής παρέμβασης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στους εργασιακούς χώρους, έχει οδηγήσει στον  μαρασμό των κλαδικών επιτροπών και στην ανυπαρξία πρωτοβουλιών για τη συγκρότηση νέων. Η τακτική λειτουργία της κλαδικής Δημοσίου, και η συμβολή που έχει, δείχνει ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε και αλλιώς. 

Με ευθύνη του ΠΣΟ και κυρίως της ΚΣΕ δεν συγκροτήθηκαν οι γραμματείες επεξεργασίας και εξειδίκευσης θέσεων για το πρόγραμμα, το δημοκρατικό-αντιφασιστικό, τη νεολαία, το αγροτικό, ενώ δεν λειτούργησε η οργανωτική επιτροπή, παρά το ότι συγκροτήθηκε. Η συνδικαλιστική γραμματεία, αν και συγκροτήθηκε με καθυστέρηση, συνέβαλλε ως ένα βαθμό στη συνάντηση του δυναμικού μας  τη συζήτηση και το σχεδιασμό της παρέμβασης των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μπροστά σε κρίσιμες μάχες όπως π.χ. αυτή ενάντια στην αξιολόγηση.

Σοβαρές αδυναμίες, με ευθύνη της ΚΣΕ παρουσιάζει η παρουσία στα ΜΜΕ, η λειτουργία του γραφείου τύπου και η λειτουργία του site, το οποίο λειτουργεί χάρη στην εθελοντική προσφορά 1-2 συντρόφων. Αδυναμία είναι ότι υποτιμήθηκε από την ΚΣΕ και δεν έγινε εφικτή η ανεύρεση χώρου για τα γραφεία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως και το ότι μέχρι τώρα δεν προχώρησε καθόλου η συζήτηση για το μέσο πολιτικής έκφρασης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (έντυπο ή ηλεκτρονικό).

Η λειτουργία του ΠΣΟ υπήρξε τακτική, όμως η συζήτηση σε αυτό, παρά το ότι υπήρξε ουσιαστική και εστιασμένη σε άμεσα ζητήματα των πολιτικών εξελίξεων και του κινήματος, σε μικρό βαθμό συμπεριελάμβανε τον προβληματισμό για την δράση και τον σχεδιασμό των τοπικών και κλαδικών επιτροπών. Επίσης δεν προχώρησε ο καταμερισμός ευθυνών των μελών του ΠΣΟ, ως αποτέλεσμα της μη λειτουργίας των γραμματειών και δεν αναβαθμίστηκε ουσιαστικά ο οργανωτικός του ρόλος.

Η ΚΣΕ είχε τακτική λειτουργία με σταθερή συμμετοχή της πλειοψηφίας των μελών της και με στοιχειώδη καταμερισμό και χρεώσεις ευθυνών και τομέων. Βήματα έγιναν, παρά τη μη λειτουργία της οργανωτικής επιτροπής, στην άμεση ενημέρωση των τοπικών επιτροπών και στην επαφή με αυτές, ιδιαίτερα όταν προέκυπταν ζητήματα που αφορούσαν συγκεκριμένους χώρους ή περιοχές. Παρ' όλα αυτά, δεν έλειψαν προβλήματα που αποτιμούσαμε και στην προηγούμενη συνδιάσκεψη, μη έγκαιρη τοποθέτηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ακόμα και σε θέματα που δεν υπήρχαν διαφωνίες, ελλειμματική σύνδεση με τις τοπικές επιτροπές κ.ά.

Θέλουμε μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ:

  • μαζική και μαχητική με δυνατές κλαδικές και τοπικές επιτροπές, που θα συζητάνε συλλογικά και θα οργανώνουν τη δράση τους στο τομέα ευθύνης τους. Με συχνές δημοκρατικές διαδικασίες, συνελεύσεις, συνεδριάσεις συντονιστικών επιτροπών κλπ που θα είναι «ανοιχτές» και ελκυστικές για ένα πλατύ δυναμικό νέων και παλιότερων αγωνιστών/τριών.
  • δημοκρατική, με έμφαση στην ενωτική και συνθετική λειτουργία, αλλά και τη δυνατότητα οι διαφορετικές απόψεις που υπάρχουν στο εσωτερικό της να μπορούν να εκφράζονται και να «μετριούνται» πολιτικά μέσα από κατάθεση ξεχωριστών προτάσεων-ψηφοδελτίων και αναλογικής εκπροσώπησης τους στα εκλεγμένα όργανα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Με μέριμνα για την δυνατότητα εκλογής ανένταχτων συντρόφων ώστε να εξασφαλίζεται πλήρως η δημοκρατική αρχή του 1 μέλος 1 ψήφος, η ανοιχτή και συντροφική συζήτηση και αντιπαράθεση απόψεων.

Με διαδικασίες σύνθεσης και –ει δυνατόν- ομόφωνες αποφάσεις, αλλά και συμφωνία στην ενιαία εμφάνιση της  ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τα σύμβολά της με βάση τις αποφάσεις της.     

Η 4η Συνδιάσκεψη προσαρμόζει τους κανόνες λειτουργίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε αυτή την κατεύθυνση.

 

 

 

ΕΠΠΔ -Προτεινόμενα κείμενα για τις θέσεις της 4ης συνδιάσκεψης (αρχείο .pdf, 424KB)

Ενωτική Πρωτοβουλία Παρέμβασης και Διαλόγου Προτεινόμενα κείμενα για τις Θέσεις της 4ης Συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

 

(σε αντικατάσταση των θέσεων 30-31) Για το εργατικό

30. Η πραγματική κατάσταση των εργαζόμενων και των ανέργων τη διετία 2016-2017: Η επίσημη ανεργία το διάστημα 2016-2017 κυμάνθηκε από 24,2-20,7% (στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ). Η πραγματική κατάσταση της ανεργίας και της ημιαπασχόλησης, όπως και των απολαβών, όμως είναι κατά πολύ χειρότερη. Οι μακροχρόνια άνεργοι, όσοι δηλαδή αναζητούν εργασία πάνω από 12 μήνες, αποτελούσαν το 73,8% των άνεργων το 2016. Μόνο το 10% των ανέργων λαμβάνει επίδομα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ ενώ το πρόσθετο επίδομα των 700 ευρώ τον μήνα το λαμβάνει μόλις το 1,5% του συνόλου των εγγεγραμμένων μακροχρόνια άνεργων. Για το 2016 350.000 οικογένειες δεν είχαν ούτε ένα εργαζόμενο μέλος. Το ποσοστό ανεργίας των γυναικών (27,2%) είναι σημαντικά υψηλότερο από αυτό των αντρών, ενώ το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται στους νέους ηλικίας 15-24 ετών (46,9%) –και το 2017 η κατάσταση δεν αντιστράφηκε. Τεράστιες διαστάσεις λαμβάνει και η ανεργία των αναπήρων και χρονίως πασχόντων των οποίων το ποσοστό ανεργίας φτάνει πλέον το 85% του ενεργού δυναμικού τους. Ο βασικός νόμος της υποχρεωτικής πρόσληψης αναπήρων και μελών των οικογενειών τους στις μεγάλες μονάδες του ιδιωτικού τομέα (επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 50 άτομα)  μένει ανενεργός στα χρόνια της κρίσης κατ' απαίτηση του ΣΕΒ και των μεγαλοεργοδοτών. 

Η μερική απασχόληση αποτελεί κατά το 2016 και 2017, περισσότερο από το ήμισυ των νέων προσλήψεων. Η ανασφάλιστη εργασία αφορά σε έναν στους 5 εργαζόμενους. Σε 300.000 εργαζόμενοι υπολογίζονται οι εργαζόμενοι που, ενώ στην πραγματικότητα απασχολούνται ως μισθωτοί στην πράξη απασχολούνται ως αυτοαπασχολούμενοι αναλαμβάνοντας εξ ολοκλήρου την υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών. Περίπου 200.000 άτομα, ενώ εργάζονται 8 ώρες την ημέρα, στην πράξη καταχωρίζονται ως μερικά απασχολούμενοι. Σε περίπου 900.000 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, ενώ εργάζονται καθημερινά και κανονικά η καταβολή του μισθού τους γίνεται με καθυστέρηση από έναν μέχρι δεκαπέντε μήνες. Η καθυστέρηση των πληρωμών είναι ο κανόνας στην αγορά εργασίας, ενώ οι τακτικές αμοιβές θεωρούνται «επιπλέον προσόν» μιας επιχείρησης, το οποίο προβάλλουν οι εργοδότες.

Στην πραγματική κατάσταση των νοικοκυριών έρχεται να προστεθεί: Η άμεση και έμμεση φορολογία, με τη μείωση του αφορολόγητου για τα νοικοκυριά (την ίδια στιγμή που θεσπίζονται αφορολόγητα για τα καζίνο και άλλες επιχειρήσεις!) και την αύξηση των έμμεσων φόρων (σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για το πρώτο 7μηνο του 2017, οι έμμεσοι φόροι -που πληρώνονται από όλους, ανεξαρτήτως εισοδήματος- αντιπροσώπευαν το 54,4% των καθαρών εσόδων του κράτους έναντι 50,7% το 2016). Η δανειοδότηση: τον Ιούνιο 2017 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των ελληνικών τραπεζών ανέρχονταν σε 72,8 δισ. ευρώ, με μη εξυπηρετούμενα το 42,7% των στεγαστικών δανείων, το 53,6% των καταναλωτικών και το 67,8% των δανείων ελεύθερων επαγγελματιών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Οι δαπάνες για στοιχειώδη αγαθά: τα 2017 καταγράφηκε κι άλλη μείωση στην κατανάλωση τροφής στα νοικοκυριά, οι διακοπές ρεύματος της ΔΕΗ ανήλθαν σε 240.000 (με το 70% να αφορούν νοικοκυριά), η κατανάλωση πετρελαίου θέρμανσης διαμορφώθηκε το 2016 σε 1.199.550 μετρικούς τόνους (έναντι 2.908.247 μετρικών τόνων το 2010, στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ), ενώ αυξήθηκαν οι δαπάνες των νοικοκυριών για φάρμακα λόγω της αύξησης του ποσοστού που πληρώνουν οι ασφαλισμένοι.

Τα παραπάνω συνθέτουν την εικόνα της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων, που έχουν πληγεί από την επίθεση του κεφαλαίου, ιδιαίτερα στην περίοδο της κρίσης. Τα παραπάνω έχουν άμεσες επιπτώσεις και στο εργατικό κίνημα.

Ήδη το 2012 η συνδικαλιστική πυκνότητα (αν μετρηθεί με βάση τη συμμετοχή των εργαζόμενων στις εκλογές των σωματείων) ήταν στο 20% στον ιδιωτικό τομέα, με τους κλάδους με μεγαλύτερη συμμετοχή να είναι οι κλάδοι που είχαν ακόμη εργασιακή ασφάλεια, όπως οι ΔΕΚΟ και οι τράπεζες. Το ποσοστό των εργαζόμενων που συμμετέχουν ή έστω είναι μέλη σωματείων έχει συρρικνωθεί περισσότερο τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας μιας σειράς παραγόντων, όπως: Η έλλειψη σωματείου στον χώρο εργασίας, κυρίως στον ιδιωτικό τομέα και ιδιαίτερα στις μικρές επιχειρήσεις. Οι εργαζόμενοι που δεν εγγράφονται στα σωματεία των χώρων εργασίας τους: τα περισσότερα σωματεία, επικαλούμενα το καταστατικό τους, αποκλείουν τους ανασφάλιστους, ημιαπασχολούμενους, οι συμβασιούχους, εργολαβικούς εργαζόμενους, εργαζόμενους με μπλοκάκι, μετανάστες. Ακόμη και στον δημόσιο τομέα (παρά τη μάχη που δόθηκε από τις δυνάμεις της συνδικαλιστικής αριστεράς στο τελευταίο συνέδριο της ΑΔΕΔΥ για να αλλάξει αυτό), αυξάνεται η αναλογία της ελαστικής εργασίας σε σχέση με τη μόνιμη εργασία, με αποτέλεσμα τα σωματεία εκεί να εκπροσωπούν ένα ολοένα συρρικνούμενο σώμα εργαζομένων σε σχέση με τους πραγματικά εργαζόμενους στον χώρο δουλειάς. Η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας έχει επιφέρει επιπλέον πλήγμα στη συνδικαλιστική εκπροσώπηση των σωματείων του ιδιωτικού τομέα και την εγγραφή νέων μελών σε συνδικάτα. Και βέβαια η εργασιακή περιπλάνηση από κλάδο σε κλάδο και από δουλειά σε δουλειά έχει συμβάλλει ώστε, ιδιαίτερα οι νέοι εργαζόμενοι με την αίσθηση της προσωρινότητας, να μην έχουν ως προτεραιότητα την εγγραφή σε σωματείο, ακόμη κι όταν αυτό υπάρχει. Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο, η αντεπίθεση των εργοδοτών τα τελευταία χρόνια, με την εκδίωξη συνδικαλισμένων εργαζομένων, μελών ΔΣ από αγωνιστικά σωματεία του ιδιωτικού τομέα, αλλά και εν γένει εργαζομένων με πολλά χρόνια προϋπηρεσίας που είχαν παραστάσεις από νίκες του εργατικού κινήματος.

31. Όλα τα παραπάνω βάζουν αυξημένα καθήκοντα για τη δουλειά στο συνδικαλιστικό κίνημα: πλάι στην προσπάθεια αγωνιστικής αναζωογόνησης των διαδικασιών στα σωματεία όπου ήδη έχουμε παρέμβαση, είναι αναγκαίο να δοθεί έμφαση στην οργάνωση σωματείων σε δύσκολους χώρους, σε χώρους επισφάλειας, την οργάνωση σωματείων στις μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις όπου –με βάση τις αναδιαρθρώσεις της καπιταλιστικής παραγωγής- συγκεντρώνεται πλέον μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης, την προσπάθεια για αξιοποίηση κάθε μικρής και μεγάλης μάχης για τη μαζικοποίηση των συνδικάτων, την προσπάθεια ενοποίησης των εργαζόμενων σε κάθε χώρο δουλειάς ανεξαρτήτως εργασιακής σχέσης, την δημιουργία νέων πολιτικοσυνδικαλιστικών σχημάτων/παρεμβάσεων αλλά και άλλων μορφών που υποβοηθούν τη δουλειά στο εργατικό κίνημα (πχ εργατικές λέσχες). Οι πιο σημαντικοί και νικηφόροι αγώνες της τελευταίας διετίας, άλλωστε, ξεπήδησαν από τους χώρους της επισφάλειας ή της μαύρης εργασίας, όπως το μεγάλο κίνημα των συμβασιούχων των ΟΤΑ, η μάχη για τους εργολαβικούς στα νοσοκομεία, η απεργία στον Καρυπίδη, η απεργία των μεταναστών εργατών στο εργοστάσιο πλαστικών Γεωργίου είναι μερικά μόνο από τα παραδείγματα νικηφόρων αγώνων σε δύσκολους χώρους δουλειάς, που δείχνουν τις δυνατότητες που ανοίγονται με την οργάνωση και την ταξική αλληλεγγύη της εργατικής τάξης. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ το επόμενο διάστημα μέσα από τις κλαδικές και τις τοπικές της επιτροπές, και μέσα από τη  λειτουργία της συνδικαλιστικής γραμματείας και με την πραγματοποίηση εργατικής συνδιάσκεψης, είναι αναγκαίο να προσανατολίσει τις δυνάμεις της στον σχεδιασμό και την οργάνωση τέτοιων παρεμβάσεων. Στην κατεύθυνση αυτή καλεί σε κοινή δράση όλες τις δυνάμεις της μαχόμενης αριστεράς και τις δυνάμεις της αναρχίας και της αυτονομίας που έχουν εργατική αναφορά.

Επιπλέον, θέτουν το ζήτημα της ιεράρχησης της πάλης για ψωμί και δουλειά. Στη σημερινή συγκυρία, το ενοποιητικό στοιχείο που μπορεί να φέρει σε πρώτη γραμμή τους αγώνες και να αποτελέσει ενοποιητικό στοιχείο για την τάξη, είτε πρόκειται για εργαζόμενους, ημιαπασχολούμενους ή ανέργους, είτε για μετανάστες ή ντόπιους, είναι η πάλη ενάντια στη φτώχεια, την ανεργία και τη μετανάστευση. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να ιεραρχήσει τα αιτήματα αυτά και να τα προβάλλει ενοποιητικά σε κάθε χώρο παρέμβασης, αλλά και με κεντρικές καμπάνιες, συνδέοντάς τα ταυτόχρονα με το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης. Η μείωση των ωρών εργασίας ώστε να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας για όλους-όλες, η αύξηση των μισθών, η επαναφορά των ΣΣΕ και οι κοινωνικές παροχές (υγεία, παιδεία, ρεύμα, νερό, σπίτι) για τους ανέργους και τους φτωχούς πρέπει να είναι η προμετωπίδα στην πάλη μας. Τα αιτήματα αυτά για να επιβληθούν στην πράξη προϋποθέτουν τη σύγκρουση με το «δημόσιο χρέος», την ΕΕ, το κεφάλαιο –εν ολίγοις απαιτούν όλα τα στοιχεία του αντικαπιταλιστικού προγράμματος. Αυτό προκύπτει μέσα από την πάλη για το ψωμί και τη δουλειά, όσο αυτή προχωράει, ενοποιεί επιμέρους αγώνες (λχ το εργατικό κίνημα με τον αγώνα ενάντια στους πλειστηριασμούς) και πολιτικοποιείται από την παρέμβαση στο κίνημα των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς.

Ιδιαίτερη θέση έχει στην περίοδο και η εκτίμηση για τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία του εργατικού κινήματος. Οι πλειοψηφίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, αλλά και πολλών δευτεροβάθμιων Ομοσπονδιών δεν θέλουν και δεν μπορούν να σχεδιάσουν ή να συντονίσουν αγώνες. Η ΓΣΕΕ, που εκπροσωπεί μόλις το 15% των εργαζόμενων του ιδιωτικού τομέα, με ευθύνη των παρατάξεων της πλειοψηφίας της, έχει μετατραπεί σε μια εργοδοτική ένωση, που συναντιέται με την Τρόικα και τους εκπροσώπους των εργοδοτών, αποτελεί «κοινωνικό εταίρο» και εφαρμόζει προγράμματα κοινωφελούς εργασίας ως εργοδότης αντί να οργανώνει την πάλη ενάντια στα μνημόνια και την επέκταση των ελαστικών εργασιακών σχέσεων. Σε σειρά Εργατικών Κέντρων και Ομοσπονδιών η συνδικαλιστική γραφειοκρατία ασχολείται κυρίως με την αναπαραγωγή της με νοθείες, εργοδοτικές και κρατικές παρεμβάσεις, τεράστιες χρηματοδοτικές ενισχύσεις ώστε να φτιάχνονται πελατειακές σχέσεις, επιχειρηματικές δραστηριότητες, στήριξη των επαγγελματιών συνδικαλιστών κλπ. Η στάση των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ σε σχέση με τον αντιαπεργιακό νόμο, όπως και η στάση τους στο δημοψήφισμα, ήταν δύο σταθμοί που ανέδειξαν ανάγλυφα ότι οι πλειοψηφίες τους είναι ανοιχτά εργοδοτικές και κυβερνητικές, αφού θυσιάζουν ακόμα και το εργατικό κύτταρο, το πρωτοβάθμιο σωματείο, δεν έχουν πρόβλημα να μετατραπεί σε απλό εκλογικό μηχανισμό που θα τους αναπαράγει, χωρίς κανένα δικαίωμα δράσης και αγωνιστικής απόφασης.

Εξίσου προδοτική αποδεικνύεται και η στάση πολλών Ομοσπονδιών, όπως οι Ομοσπονδίες στις δημόσιες επιχειρήσεις που ιδιωτικοποιούνται. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία φαίνεται έτοιμη να «παζαρέψει» τους όρους της ιδιωτικοποίησης (όπως έγινε για παράδειγμα στον ΟΣΕ), παρά να ξεδιπλώσει απεργιακό αγώνα για το σταμάτημα της ιδιωτικοποίησης. Ειδικά στα κοινωνικά αγαθά (ρεύμα, νερό, συγκοινωνίες), το θέμα αυτό δεν αφορά μόνο τους εργαζόμενους στους αντίστοιχους χώρους, αλλά αφορά και κάθε εργαζόμενο, άνεργο ή συνταξιούχο που θα πληγεί από την ιδιωτικοποίηση βασικών κοινωνικών αγαθών.

Στο παραπάνω πλαίσιο, δεν αρκεί η λογική της πίεσης προς τις συνδικαλιστικές ηγεσίες για να προχωρήσουν σε απεργιακά βήματα, παρότι και αυτό αποτελεί κομμάτι του σχεδιασμού στο εργατικό κίνημα. Η πάλη όμως είναι για την οργάνωση των αγώνων από τα κάτω, από γενικές συνελεύσεις και απεργιακές επιτροπές, η οργάνωση της ταξικής αλληλεγγύης και ενός ευρύτερου κινήματος διεκδίκησης δημόσιων κοινωνικών αγαθών, που θα προσπερνά τις συνδικαλιστικές ηγεσίες στην πράξη και θα μπορεί να σχεδιάζει απεργιακά και αγωνιστικά βήματα πέρα και έξω από αυτές.

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι απαραίτητο εργαλείο ο συντονισμός Πρωτοβάθμιων Σωματείων και συλλογικοτήτων, που συσπειρώνονται πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα δράσης και με κινηματικού χαρακτήρα πρωτοβουλίες στοχεύουν να οργανώσουν απεργιακά και άλλα κινηματικά βήματα, αποτελώντας ένα διακριτό σε σχεδιασμό, αιτήματα και δημοκρατική λειτουργία πόλο στο εργατικό κίνημα. Το συνδικαλιστικό δυναμικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα κινηθεί στην κατεύθυνση ενός τέτοιου συντονισμού σωματείων και συλλογικοτήτων, που θα ενοποιεί όλες τις δυνάμεις της μαχόμενης αριστεράς. Ταυτόχρονα θα συμβάλλει στη διαμόρφωση συντονισμών σωματείων και συλλογικοτήτων/αγωνιστών σε συγκεκριμένες αιχμές, πχ ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του νερού.

Η παρέμβαση στο εργατικό κίνημα το επόμενο διάστημα θα κινηθεί στις εξής κατευθύνσεις

Α) Την οικοδόμηση των σωματείων: αναζωογόνηση και μαζικοποίηση των υπαρχόντων σωματείων ή ίδρυση νέων. Ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα, η διάλυση των εργασιακών σχέσεων και η κατάργηση δικαιωμάτων έχει σημάνει την ευθεία επίθεση στις συνδικαλιστικές ελευθερίες. Η ίδρυση και η οικοδόμηση πραγματικών μαζικών σωματείων, η οργάνωση της λεγόμενης «νέας εργατικής βάρδιας» των ελαστικών σχέσεων εργασίας και της εργασιακής περιπλάνησης, είναι ένα κρίσιμο στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί, και αφορά το μέλλον. Σε αυτή τη μάχη, θα βρεθούμε σε αντιπαράθεση με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία της ΓΣΕΕ η οποία έχει την απόλυτη ευθύνη γιατί ο ιδιωτικός τομέας (πλην των πρώην ΔΕΚΟ) έχει βρεθεί χωρίς συνδικάτα, αλλά και με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία της ΑΔΕΔΥ (και Ομοσπονδιών) η οποία συνεχίζει να αρνείται να γράψει στη δύναμή της τις ελαστικές σχέσεις εργασίας. Θα βρεθούμε όμως σε σύγκρουση και με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία του ΠΑΜΕ η οποία ενδιαφέρεται να στηρίξει μόνο ό,τι ελέγχει.

Β) Την οικοδόμηση ενός δικτύου αγωνιστών της βάσης, που, 1. θα οργανώνει ενωτικά τους αγώνες και θα ασκεί πίεση (με όλους τους κινηματικούς τρόπους) προκειμένου να προχωρούν αγωνιστικές κινητοποιήσεις, 2. θα δημιουργεί τους όρους ώστε οι κινητοποιήσεις να βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο των ίδιων των εργαζομένων, 3. θα συγκροτεί και θα παλεύει σε κάθε χώρο ένα πρόγραμμα δράσης με ριζοσπαστικά αιτήματα και μορφές πάλης, ένα πρόγραμμα εργατικής αντίστασης και αντεπίθεσης. Η καρδιά ενός τέτοιου δικτύου είναι τα αυτόνομα σχήματα, παρεμβάσεις και συσπειρώσεις που ήδη υπάρχουν σε μια σειρά από χώρους δουλειάς, στα οποία τα δυναμικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ συμμετέχει, τα στηρίζει και στοχεύει στη διεύρυνσή τους με όλο το μαχόμενο δυναμικό των χώρων δουλειάς.

Γ) Τη συστηματική συμπαράσταση και ταξική αλληλεγγύη στους εργατικούς και κοινωνικούς αγώνες, με ενεργοποίηση των υπαρκτών δικτύων των αντικαπιταλιστικών σχημάτων σε εργατικούς χώρους, γειτονιές και σχολές, για πολιτικοποίηση και γενίκευση των ζητημάτων, με συμβολή στην ενότητα της τάξης. Η πάλη για τα κοινωνικά αγαθά, η συμπαράσταση σε διωκόμενους –απολυμένους αγωνιστές/τριες, η συμπαράσταση σε μια μεγάλη απεργία, η συμπαράσταση σε εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης (όπως η ΒΙΟΜΕ), η πάλη ενάντια στους πλειστηριασμούς, η συμπαράσταση και δουλειά με μετανάστες και πρόσφυγες– η αλληλεγγύη, η διεκδίκηση ίσων δικαιωμάτων και ανοιχτών συνόρων για τους εργάτες- είναι ένα παράδειγμα αυτής της λογικής.

Δ) Τη συγκρότηση του πιο πρωτοπόρου και ταξικού τμήματος των αγωνιστών σε μια πανελλαδική Ταξική Κίνηση, που θα μπορεί να παράγει επεξεργασίες για την κατάσταση της εργατικής τάξης, τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στους χώρους εργασίας, τις αλλαγές στα χαρακτηριστικά της εργατικής δύναμης, παράγοντας πολιτική γραμμή και πλουτίζοντας τη συνδικαλιστική παρέμβαση των πολιτικοσυνδικαλιστικών σχημάτων. Η ταξική Κίνηση δεν υποκαθιστά τα σχήματα, ούτε αποτελεί παράταξη. Φιλοδοξεί να συγκεντρώσει το πιο πρωτοπόρο αντικαπιταλιστών αγωνιστών (που είναι ευρύτερο από τα μέλη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Στην κατεύθυνση αυτή μπορεί να αξιοποιηθεί και η εμπειρία της πανελλαδικής Ταξικής Κίνησης που ήδη έχει συγκροτηθεί από σ. της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Για όλα τα παραπάνω, συγκροτείται συνδικαλιστική γραμματεία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, για να σχεδιάζει κι να συντονίζει την ενιαία παρέμβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο εργατικό κίνημα. Στην ευθύνη της έχει την ετήσια πραγματοποίηση εργατικής συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και την ευθύνη για τη συγκρότηση και λειτουργία των κλαδικών επιτροπών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

  (Σε αντικατάσταση όλου του Κεφαλαίου Γ3) Για τη μετωπική πολιτική και την πολιτική συνεργασία

 

37. Το «υποκείμενο» της αντικαπιταλιστικής ανατροπής της επίθεσης είναι ένα κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο.

α. Η εργατική τάξη για να απαντήσει στον κατακερματισμό και τη διάσπαση που προέρχεται από τις αλλαγές που συντελούνται στην παραγωγή, αλλά και για να ανταποκριθεί στις δυνατότητες που παρουσιάζονται από τη νέα, ανώτερη συγκέντρωσή της σε επιχειρήσεις και ομίλους, πρέπει να συγκροτήσει το δικό της μέτωπο, που αφορά την εσωτερική της ενότητα. Άρα απαιτείται εργατικό μέτωπο.

β. Η εργατική τάξη στην πάλη της απέναντι στην αστική τάξη οφείλει να πάρει μαζί της  τα κατώτερα μεσαία στρώματα της παραγωγής, της πόλης και της υπαίθρου.  Άρα, το μέτωπο οφείλει να είναι και λαϊκό με την ηγεμονία της εργατικής τάξης.

γ. Το κοινωνικό μέτωπο  απαντά στις αντικειμενικές συνθήκες οι οποίες πηγάζουν από τα προβλήματα που γεννά ο καπιταλισμός της εποχής μας. Επομένως ο χαρακτήρας του εργατικού μετώπου οφείλει να είναι αντικαπιταλιστικός.

δ. Οι σημερινές συνθήκες δημιουργούν αντικειμενικά τους όρους σχηματισμού διαφορετικών κομμάτων αντικαπιταλιστικής πολιτικής ακόμα και σοσιαλιστικής - κομμουνιστικής αναφοράς. Είναι γνωστό ότι οι τάξεις και τα κοινωνικά στρώματα εκφράζονται με στρεβλό και αντιφατικό τρόπο από πολιτικά κόμματα. Επομένως το κοινωνικό μέτωπο βρίσκει την  έκφρασή του στο πολιτικό επίπεδο. Άμεση και βασική επιδίωξή του έχει τις ουσιαστικές νίκες που βελτιώνουν τη θέση της εργατικής τάξης και του λαού και οδηγούν στον κλονισμό της αστικής κυριαρχίας.

Γι’ αυτό η καρδιά της πολιτικής μας είναι η συγκέντρωση των ανάλογων  δυνάμεων και στο εργατικό λαϊκό κίνημα και στο γενικότερο πολιτικό κίνημα.

38. Η μετωπική πολιτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στη σημερινή συγκυρία

Στις σημερινές συνθήκες  της ταξικής πάλης, απαιτείται να χαράξουμε με σαφήνεια μια μετωπική τακτική σε τρία διακριτά επίπεδα:

α) Στο μαζικό κίνημα. Μετωπική πρόταση προς τις ταξικές αγωνιστικές δυνάμεις στο εργατικό-λαϊκό κίνημα (συνδικάτα, παρατάξεις, συντονισμούς αγώνα, αγωνιστές κ.α) έτσι ώστε να επιτευχτεί η μέγιστη δυνατή συσπείρωση σωματείων, ομοσπονδιών, εργατικών κέντρων, επιτροπών αγώνα για να αναπτυχτεί ενωτικός μαζικός αγώνας για να μπει φραγμός στην επίθεση κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, κεφαλαίου, ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ.

β) Στην στρατηγική πρωτοπορία: Πρόταση συσπείρωσης προς τις αντικαπιταλιστικές αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις επαναστατικής και κομμουνιστικής αναφοράς για τη συγκρότηση του αντικαπιταλιστικού πόλου. Συγκεκριμένα σε: ΕΕΚ, Εργατικό Αγώνα, Σύλλογο Κορδάτο, Ένωση Δικαίων, ΟΚΔΕ, μ-λ ρεύματα, ΑΡΑΝ, Παρέμβαση, ομάδες και αγωνιστές που αποσπάστηκαν από ΣΥΡΙΖΑ αλλά δεν εντάχθηκαν κάπου κ.α. Πρέπει να προετοιμάζεται η μαζική υπέρβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προς έναν αντικαπιταλιστικό, αντιιμπεριαλιστικό, επαναστατικό και κομμουνιστικό «πόλο» συσπείρωσης. Αυτό απαιτεί ενίσχυση και μετασχηματισμό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ταυτόχρονα, πρόταση για μια ισότιμη «Συσπείρωση Διαλόγου και Μάχης» των δυνάμεων που έχουν μετωπική αντίληψη. Δεν είναι σωστή μια αναπαραγωγή παλιών και ξεπερασμένων αντιθέσεων (συσπείρωση τροτσκιστικών, «διεθνιστικών» ή μαοϊκών δυνάμεων κ.α.), αλλά η θετική υπέρβασή τους, που είναι εφικτή όπως έχει δείξει και η 8ετής εμπειρία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

3) Στο πολιτικό επίπεδο: Πολιτικές συμφωνίες τακτικού χαρακτήρα με τις δυνάμεις της μαχόμενης Αριστεράς (ΚΚΕ, ΛΑΕ, μαζικά δρώσα αναρχία κ.α.).

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αγωνίζεται για μια μεγάλη πολιτική συμμαχία με αντικαπιταλιστικό, αντιιμπεριαλιστικό και αντι-ΕΕ περιεχόμενο, στη βάση του αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για τη συγκρότησή της.

Σε αυτή την κατεύθυνση η ΑΝΤΑΡΣΥΑ προτείνει πολιτικές συμφωνίες τακτικού χαρακτήρα για α) επιμέρους κοινωνικά - πολιτικά μέτωπα, (π.χ., ασφαλιστικό, δημοκρατικές ελευθερίες, αντι-ΕΕ πάλη κ.α.), β) την υποστήριξη και την προώθηση του ταξικού αγώνα, για την ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού και εργατικού κινήματος και την επιβολή  προσωρινών  υλικών κατακτήσεων εντός της αστικής κυριαρχίας.

Με τον όρο πολιτική συμφωνία (ή πολιτική συμφωνία τακτικού χαρακτήρα) ονομάζουμε τις επιμέρους συμμαχίες που συνάπτονται για την επίτευξη ενός ταχτικού, άμεσου, κοινού σκοπού με άλλες δυνάμεις. Με σταθερή επιδίωξη τη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών που θα βοηθούν τις μάζες να κατακτήσουν το αντικαπιταλιατικό μεταβατικό πρόγραμμα και να συνειδητοποιήσουν, μέσα από την πάλη τους, την αναγκαιότητα και τη δυνατότητα της αντικαπιταλιστικής ανατροπής. Ο ίδιος ο όρος «συμφωνία» εμπεριέχει εξ ορισμού τη διατήρηση της πλήρους αυτοτέλειας ως προς τις αρχές και την οργάνωση του κάθε κόμματος ή ρεύματος χωριστά.

Οι ασάφειες, και οι γενικότητες στο πρόγραμμα της πολιτικής συμφωνίας οδηγούν αναπόφευκτα σε ασυνέπειες και ταλαντεύσεις στην πρακτική δράση. Επομένως η σαφήνεια όσον αφορά όχι μόνο την κατεύθυνση και τα μέσα δράσης, αλλά και τις διαφορετικές αποχρώσεις που υπάρχουν μεταξύ των κομμάτων, αποτελούν τους όρους που  μπορούν να εξασφαλίσουν την επιτυχία της πολιτικής συμφωνίας για την επίτευξη του κοινού άμεσου σκοπού.

Δεν υπήρξαν και δεν θα υπάρξουν ποτέ ρεφορμιστικές αριστερές δυνάμεις  που στα γεμάτα  συγχύσεις προγράμματά τους, να μη διατυπώνουν διεκδικήσεις που έρχονται σε διαμετρική αντίθεση με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και να μη συσκοτίζουν τη συνείδησή της. Το συμπέρασμα που βγαίνει απ’ αυτό είναι ότι η αποκάλυψη για τις ανεπάρκειες και συγχύσεις τους, αποτελεί καίριας σημασίας καθήκον για τις αντικαπιταλιστικές δυνάμεις. Και όχι ότι είναι απαράδεκτες και απαγορευτικές οι προσωρινές συμφωνίες μαζί τους.

Οι πολιτικές συμφωνίες γίνονται ανοιχτά και δημόσια στη βάση της ισοτιμίας. Μπορεί να αφορούν μόνο το επίπεδο του μαζικού κινήματος, ή μόνο το καθ’ αυτό πολιτικό επίπεδο, ή και τα δυο. Έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Η διάρκειά τους εξαρτάται ανάλογα με την περίπτωση και τις ανάγκες της ταξικής πάλης και δεν μπορεί να προκαθοριστεί σε όλες τις περιπτώσεις. Ολοκληρώνεται με την επίτευξη του κοινού σκοπού.

39. Η εκλογική τακτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Στις πολιτικές συμφωνίες τακτικού χαρακτήρα περιλαμβάνονται και οι εκλογικές συμφωνίες, ανάλογα με την περίσταση και το χαρακτήρα των εκλογών. Υποτάσσονται στην πάλη για την ενίσχυση και προώθηση του μαζικού εξωκοινοβουλευτικού αγώνα. Οι εκλογικές συμμαχίες δεν είναι κατ ανάγκην «εφ’ όλης της ύλης» (τακτικής και στρατηγικής), όπως λαθεμένα υποστηρίζεται. Πρέπει να επιδιώκονται και μπορούν να επιτυγχάνονται κάτω από συγκεκριμένους όρους περιεχομένου και ισοτιμίας. Η προσχώρηση, διάχυση ή «πολιτική ουράς» στις ρεφορμιστικές δυνάμεις είναι ριζικά λαθεμένη.

Σήμερα, εκτιμούμε ότι οι εκλογικές συμφωνίες οφείλουν:

α) να βασίζονται στο αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με τα στοιχεία ρήξης με την ΕΕ, το κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό.

β) να έχουν δοκιμαστεί έστω στην πράξη, μέσα στο εργατικό, λαϊκό κίνημα, με δεσμούς αμοιβαίας εμπιστοσύνης

γ) να προσαρμόζονται ανάλογα με τις εξελίξεις στην πολιτική συγκυρία (π.χ. πολεμικά γεγονότα, κρίσεις κ.α.)

δ) να βασίζονται στην ισοτιμία και την πλήρη αυτοτέλεια καθενός. Σε κάθε περίπτωση οι εκλεγμένοι βουλευτές μας κρατούν την ιδεολογική-πολιτική και οργανωτική τους ανεξαρτησία από τις συνεργαζόμενες δυνάμεις.

Η εκλογική τακτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στα επόμενα εκλογικά γεγονότα θα αποφασιστεί με βάση τις παραπάνω αρχές.

 

Θέση 46. στο τέλος (σε αντικατάσταση του σημείου για τα ψηφοδέλτια):

Θέλουμε μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ:

(…)

-δημοκρατική, με έμφαση στην ενωτική και συνθετική λειτουργία. Με εκλογή των οργάνων με σύστημα που θα εξασφαλίζει την αναλογική εκπροσώπηση και τη φυσιογνωμία του μετώπου. Με εκλογή των οργάνων από ενιαία λίστα και αναλογία σταυρών 1:6 (που εξασφαλίζει την δημοκρατικότητα και την απλή αναλογική).

Categories: ΑνακοινώσειςΑνακοινωσεις-Δελτια Τυπου: Ανακοινωσεις-Δελτια ΤυπουΗμερομηνία: 08/02/2018 - 09:45

ΑΝΤΑΡΣΥΑ Σερρών: Εκδήλωση ''Μακεδονικό: εθνικισμός και η απειλή του πολέμου", 10/2

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Η Τ.Ε. ΑΝΤΑΡΣΥΑ Σερρών, εν όψει των εξελίξεων στο ζήτημα της ονομασίας της πΓΔΜ και των επικίνδυνων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών,  διοργανώνει εκδήλωση με θέμα "Μακεδονικό: εθνικισμός και η απειλή του πολέμου" με ομιλητή τον Κωνσταντίνο Παλούκη, ιστορικό, το Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018 στις 7:00 μμ στον 1ο όροφο του ξενοδοχείου "GALAXY".

Το πάνελ των ομιλητών είναι ανοιχτό για κάθε αριστερή, μαχόμενη, αντι-ΕΕ, αντι-ιμπεριλαστική δύναμη θέλει να συμμετέχει την εκδήλωση.

Τ.Ε. ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΣΕΡΡΩΝ

Σέρρες, 7/2/2018

Tags: ΤΟΠΙΚΕΣΣΕΡΡΩΝCategories: ΕκδηλώσειςΔρασεις-Εκδηλωσεις: Δρασεις-ΕκδηλωσειςΗμερομηνία: 10/02/2018 - 21:00

Pages